Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Ο Λύκος & το Κοράκι (2)

Για να διαβάσετε το προηγούμενο μέρος πατήστε εδώ.

Η ιστορία τελειώνει αλλά ο κύκλος δεν κλείνει αν αυτό που πάρθηκε δεν γυρίσει από κει που ήρθε...



Ακολούθησε με όση δύναμη είχε απομείνει στο καταπονημένο σώμα της πάνω στο άλογό της. Πίσω της ένιωθε ακόμα το σώμα του αγαπημένου της, του Ζίγκφριντ, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί πως η ζωντάνια τον είχε εγκαταλείψει παρόλο που τον είχε αποθέσει σφιχτά πάνω της για να μην πέσει. Δεν μπορούσε καν να σκέφτεται πως η μόνη ζωντάνια που ένιωθε δεν ήταν καν από την ίδια, αλλά από τη Γκράνι η οποία ήταν σαν να προσπαθούσε με το ζωηρό βήμα της να την εμψυχώσει σε κάθε καλπασμό της. Πίσω της έρχονταν και η Φραγιάντις με τις τρεις άλλες Βαλ Κύρη, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η Ρέγκινλεϊφ, ενώ μπροστά της κάλπαζαν ο Γκούντορμ και ο Γκίσελχαρ με τους άνδρες τους και φυσικά τον Χαγκάνο, αποθεμένο κι αυτόν στη ράχη ενός άλλου αλόγου που μάταια προσπαθούσε το ζωντανό να βαδίσει ολοταχώς. Δεν είχαν πάει μακριά από το Μπορμπετομάγκους. Κι ακολουθούσαν το δρόμο του ρυακιού που οδηγούσε από τη λίμνη του δάσους στην περιτριγυρισμένη από πράσινους λόφους πεδιάδα του Μπορμπετομάγκους, του οχυρού του δράκου της γης.
Αλλά η ίδια δεν έβλεπε καν μπροστά της αν και τα μάτια της ήταν καρφωμένα συνεχώς στον ορίζοντα. Ποιος από όλους θα μπορούσε να βρει το θάρρος να εξιστορήσει τελικά τα καθεστώτα του κυνηγιού; Ποιος από όλους θα μπορούσε να πει πως η μονομαχία αλλιώς είχε ξεκινήσει κι αλλιώς είχε καταλήξει; Ποιος θα μπορούσε να πει την πραγματική αλήθεια; Όχι μόνο τα εξωτερικά γεγονότα αλλά και αυτά που συνέβησαν εντός και μέσα στο καθετί;
Ήταν όταν έφτασαν στην ανηφόρα που οδηγούσε κατευθείαν στις πύλες του οχυρού και οσμίστηκε με έκπληξη τον φρέσκο αέρα της ζωντανεμένης ανοιξιάτικης πλάσης ολόγυρά της που η Μπρουναχίλντ βγήκε πάλι με πόνο από το λήθαργό της. Άκουσε το σιγανό λυγμό του νεαρού Γκίσελχαρ και συνειδητοποίησε πως ούτε η ίδια ήξερε τι να πει. Πως κι από όλους που έρχονταν μαζί της, δεν ήξερε πια ποιος ήταν ο εχθρός και ποιος ο φίλος…
«Τι θα έλεγε η Έρντα αν έβλεπε πως σκότωσα τελικά τον Χαγκάνο που είχε η ίδια αναθρέψει; Τι θα έλεγε που δεν θα αντηχούσε ποια στα δάση το βούκινο του Ζίγκφριντ που πρόθυμα καλούσε τη μαγεία κοντά του;» Είχε ξεκινήσει με σκοπό να σκοτώσει τον ένα και σκότωσε τον άλλον, μην αποφεύγοντας όμως τη μοίρα τους. Η μοίρα…από πολύ νεαρή είχε μάθει πως το καλύτερο πράγμα για τον καθέναν δεν μπορούσαν να του το πουν άλλοι, παρά μόνο να το βρει μέσα του. Έπρεπε να μάθει να ακούει, ωστόσο αυτός ήταν ο πρωταρχικός λόγος που το ‘σκασε από την κυριαρχία του πατέρα της, από το σπιτικό που της πρόσφερε η αδερφή της, που παράκουσε τη διαταγή των Βαλ Κύρη χαρίζοντας τη ζωή στη μάχη, που ακολούθησε τη φύση της και πλάγιασε πρώτη φορά με τον Ζίγκφριντ όταν τα μόνα θηλυκά με τα οποία είχε ζήσει καιρό ήταν τα ζώα του δάσους… Ο λόγος που στενοχώρησε, που την τιμώρησαν, που έδεσε τη μοίρα της με ένα τρόπο που δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Κι όταν έπρεπε να ακούσει, να καταλάβει καλύτερα τα σημάδια, να ακούσει τι μπορούσαν να της πουν άλλοι, δεν το έκανε. Αν είχε καταλάβει από καιρό τι αισθανόταν πραγματικά ο Ζίγκφριντ για κείνη τόσα χρόνια θα άλλαζε τα πράγματα ή θα ένιωθε τον ίδιο φόβο;
«Αδελφή Μπρουνχίλδη…φτάνουμε! Μας είδαν και ανοίγουν τις πύλες». Η Ρέγκινλεϊφ ήρθε κοντά της και της μίλησε σιγανά λες και προσπαθούσε ήρεμα να την επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η Φραγιάντις ήταν η μόνη που έμεινε από την τρικόνα της με τη Γκέιραχοντ και η Ρέγκινλεϊφ ήταν η μόνη που προσπάθησε να τη βοηθήσει με τη γριά Σκούλντ όταν την είχαν δέσει στο βράχο. «Είσαι σίγουρη πως θέλεις να μπεις…μέσα; Πως θα αντέξεις να ακολουθήσεις την όποια διαδικασία; Μπορείς να φύγεις και τώρα μαζί μας αν θες.»
«Ναι!» είπε και η Φραγιάντις. «Έχουμε μαζέψει τις περισσότερες από τις Βαλ Κύρη. Έχω κι ένα μήνυμα για σένα από τη Γκέιραχοντ! Ήθελα να στο πω νωρίτερα αλλά γίνανε τόσα και δεν είσαι στη θέση που μπορεί να επιθυμούσες. Αλλά θα στο πω, η Γκέιραχοντ θέλει να ενωθούμε πάλι. Όλες! Θέλει να σε συγχωρέσει αν μπορείς να τη συγχωρέσεις κι εκείνη και μου ζήτησε να σου πω πως χρειάστηκε αρκετό καιρό για να ωριμάσει. Μπρουναχίλντ έχουμε μια ευκαιρία να ανακτήσουμε τη χαμένη δύναμή μας! Από τότε που μας άφησε η Σκούλντ, μόνο εσύ είσαι αυτή που μπορεί να μας ενώσει! Εσύ είσαι η Μπρενχουάλντα μας, δεν έπαψες ποτέ να είσαι! Και μόνο εσύ, περισσότερο από όλες, μεταφέρεις την παράδοση της Σκούλντ της οποίας ήσουν και η αγαπημένη μαθήτρια…»
«Αγαπημένη μου Φραγιάντις» την έκοψε η Μπρουναχίλντ βρίσκοντας λίγες από τις δυνάμεις της, «σε ευχαριστώ για το καλό σου μήνυμα, αλλά πρέπει να πάω εκεί!»
Κοίταξε ξανά προς την πόλη. «Ούτως ή άλλως όλα γκρεμίστηκαν και όλα αλλάζουν. Κι αυτά που νομίζουμε γερά, θα γκρεμιστούν κι αυτά. Άλλα θα έρθουν να πάρουν τη θέση τους, μέχρι να πέσουν κι αυτά. Και ξανά από την αρχή.»
«Έτσι έγινε και με τις Βαλ Κύρη, Φραγιάντις. Ποιος μπορεί να πει ότι είμαστε ή θα μπορέσουμε να ‘μαστε το ίδιο πάλι όπως πρώτα; Οι πιο πολλές έχουμε χαθεί, έχουν χαθεί και οι τρόποι μας και η παράδοσή μας…Σαν να περνάμε πια στη σφαίρα του μύθου. Εδώ οι χριστιανοί, ναι οι καινούριοι, φαίνεται να κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Κι ακόμη κι αυτοί είναι μέρος του κύκλου. Οι φυλές μας κλέβουν όλο και περισσότερο από το έδαφός μας, από τις στέπες μας, μην μας αφήνοντας καν χώρο για την πορεία μας. Ακόμα και η φυλή μου, οι Ούννοι, διεισδύουν όλο και περισσότερο. Έχουν χαθεί και οι θαρραλέες νέες που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις παραδόσεις μας, οι ιέρειες που θα μπορούσαν να μας καθοδηγήσουν. Αισθάνομαι πια και πως η δουλειά μου έχει τελειώσει εδώ. Αν χρειαστεί ωστόσο και θελήσει η κόρη μου η Φέρενιουνγκ, τώρα την αποκαλούν Άσλιουντ, να ακολουθήσει αυτό το δρόμο, πάρτε την και προστατέψτε την! Είναι συνδυασμός δικός μου και του Ζίγκφριντ και είναι δύσκολο να φανταστώ τι μπορεί να απογίνει αυτό το παιδί. Μου το υπόσχεστε να την προστατέψετε; Ειδικά αν θελήσουν η Μπέρτριουντ ή ο θείος μου να την παντρέψουν κι εκείνη δεν θελήσει…μην κάνει το ίδιο λάθος με μένα, δεν είναι ανάγκη. Που ξέρετε, μπορεί να αποδειχθεί καλύτερη Βαλκυρία από μένα…»
«Στο υποσχόμαστε Μπρενχουάλντα» ανταποκρίθηκε η Φραγιάντις. «Αλλά σε χρειαζόμαστε κι εσένα! Δεν σε κάναμε τυχαία Μπρενχουάλντα μας! Παρόλο που ήρθες σαν ξένη στις Βαλ Κύρη, έμαθες τόσα και ανέδειξες τον καλύτερο εαυτό μας. Και νοιαζόσουν για μας, δεν έπαψες ποτέ να νοιάζεσαι. Το ξέρω πως στενοχωριέσαι για το θάνατο των δυο γενναίων και κοντινών σου ανθρώπων, αλλά μήπως η κρίση σου επηρεάζεται τώρα από τα συναισθήματά σου;»
«Μακάρι να ήταν έτσι αδελφή, αλλά πλησιάζω σ’ αυτό που πρέπει να κάνω. Το μυαλό μου δεν μπορεί να κρίνει λογικά και η καρδιά μου είναι η μόνη που στέκεται λογική.»
Η Ρέγκινλεϊφ τις πλησίασε ακόμα περισσότερο κάνοντας και νόημα στις άλλες Βαλ Κύρη που ακολουθούσαν. «Βλέπω πως είσαι αρκετά αποφασισμένη αδελφή αν και δείχνεις ότι δεν μπορείς να πας πουθενά, ούτε βέβαια στους Ούννους αλλά ούτε και στη φυλή της μητέρας σου. Έχω σταθεί κοντά σου από πάντα, όπως ήδη ξέρεις και γι’ αυτό σου ζητάω να το ξανασκεφτείς! Τουλάχιστον όταν μπορέσεις καλύτερα. Κάλεσα τη Φραγιάντις και τις άλλες μόλις μου το ζήτησες και μέχρι πρότινος θα ερχόσουν μαζί μας αφήνοντας τη Βουργουνδία. Ο θάνατος του Ζίγκφριντ όμως τελικά σου άλλαξε γνώμη. Σε παρακαλώ, έλα μαζί μας! Δεν θέλουμε να σε ξαναχάσουμε, ειδικά εγώ!»
«Αδελφή μου εσύ, τα λόγια σου με κάνουν να θέλω να σε αγκαλιάσω τρυφερά. Μακάρι να μπορούσα να σας παρηγορήσω όλες, αλλά δεν μπορώ καν να παρηγορήσω εμένα. Ο θάνατος του Ζίγκφριντ με έκανε να δω…να καταλάβω τα πράγματα καλύτερα. Να αναλογιστώ ακόμα και τα λάθη μου.» Έτριψε το μπράτσο του αγαπημένου της που είχε τυλίξει γύρω της κι ας μην περίμενε απόκριση. Και ξαφνικά θυμήθηκε. Γύρισε πίσω στους άλλους άντρες που μετέφερναν το σώμα του Χαγκάνο και τους έκανε νόημα να σταματήσουν.
«Τι έγινε πάλι; Έχουμε και άλλη καταστροφή;» ρώτησε ο Γκούντορμ κοιτώντας πίσω του με θυμωμένο ύφος. Η Μπρουναχίλντ όμως είχε φτάσει τον Χαγκάνο και αγγίζοντας απαλά το ματωμένο του χιτώνα, έψαξε τον μανδύα του από μέσα μέχρι που βρήκε αυτό που γύρευε. Την επόμενη στιγμή ένα χρυσό περικάρπιο δαχτυλίδι με σπείρες και ρούνους χαραγμένους πάνω του βρισκόταν στο χέρι της.
«Δεν πρόσεξα τον Χαγκάνο που το είχε πάρει από τον Ζίγκφριντ, δεν μπορούσα να σκεφτώ καν καθαρά εκείνη τη στιγμή. Αλλά η λάμψη του ήταν αυτή που με έκανε να σημαδέψω τελικά τον Χαγκάνο σ’ αυτό το επίμαχο σημείο. Καταραμένο ή όχι, κρύβει δύναμη. Και δεν μπορώ να αφήσω κανέναν να το πάρει, σίγουρα όχι μετά από όσα έγιναν. Πρέπει να γυρίσεις εκεί όπου ανήκεις» είπε σαν να μιλούσε στο δαχτυλίδι. «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να σε χρησιμοποιήσουν σωστά.»

«Μήπως πρέπει να το ζητήσουμε;» ψιθύρισε ο Γκίσελχαρ. «Είναι η κληρονομιά της αδερφής μας και δεν ξέρω…»
«Όχι» τον έκοψε ο Γκούντορμ. «Αν το θέλει ο Γκούντοχαρ ας το απαιτήσει από τη γυναίκα του. Φτάνουμε στις πύλες…»


––––––––

Ο χρόνος που είχε περάσει του φαινόταν σαν μια αιωνιότητα στην οποία βασίλευαν μόνο η πίκρα και οι τύψεις. Μετάνιωσε που δεν είχε πάει μαζί τους, από την άλλη όμως του φαινόταν φοβερά δυσβάσταχτο να γινόταν μάρτυρας των όσων μπορεί να είχαν συμβεί και το μόνο που μπορούσε να κάνει τελικά ήταν να περιμένει, σαν από πάντα, την κρίσιμη στιγμή ή το Ράγκναροκ αν ερχόταν…
«Τελικά οι Νιφελούγκαρ, ο λαός που ήρθε τόσο μακριά από την ομίχλη, ρισκάροντας τα πάντα για να φτάσουν σ’ αυτό τον κόσμο της αφθονίας, δεν μπόρεσαν να γλυτώσουν από ένα δισταχτικό ηγέτη…» σκεφτόταν. «Που ούτε καν μπορούσε να πάρει μια απόφαση μόνος του…άφησε άλλους να πάρουν τις αποφάσεις…και μετάνιωσε οικτρά για όλες…»
Συνέχιζε να κοιτάζει τον σκοτεινό ορίζοντα, ακόμη κι αν δεν μπορούσε να διακρίνει ξεκάθαρα κάτι που μπορούσε να φανεί. Το χλωμό σούρουπο είχε περάσει δίνοντας τη θέση του στο ακόμη πιο βαριά μελαγχολικό σκοτάδι. Ξαφνικά γύρισε γιατί ακόμα κι αν δεν μπορούσε να δει, κατάλαβε πως τα αδέρφια του με τους άνδρες τους επέστρεφαν επιτέλους, πριν καν ακόμα έρθουν οι υπηρέτες του να του το αναφέρουν. Αλλά και τότε, ακόμα κι όταν η ανυπόφορη προσμονή του πήρε τέλος, κατάλαβε πως στην πραγματικότητα η αγωνία του ποτέ δεν είχε τελειώσει. Κι ούτε καν θα τελείωνε. Κι ήταν η Γκουντρούν που τον πλησίασε με τη ανησυχία φανερά γραμμένη στο ωραίο πρόσωπό της, που έκανε την αγωνία του ακόμη χειρότερη.
«Γκούντερ, τι έγινε; Δεν ξέρουν κανείς! Μου είπαν πως πλησιάζουν! Και έχουν αργήσει! Αλλά δεν ακούω τραγούδια ούτε προσμονές όπως κάθε φορά μετά από κυνήγι που ευλογούμε τα θηράματά μας. Ούτε καν το κέρας του Ζίγκφριντ ακούω να αντιλαλεί!»
«Ησύχασε αδερφή μου» μπόρεσε να της πει μόνο. «Σαν έρθουν θα μάθουμε…μπορεί απλά να έγινε κάποιο ατύχημα…»
«Ατύχημα; Πως μπορεί να έγινε; Ποιος μπορεί να χτύπησε; Ξέρεις κάτι Γκούντερ που δεν γνωρίζω…;»
Πριν προλάβει όμως να συνεχίσει, άκουσε μια από τις γυναίκες που ήρθαν μαζί της, να αναφωνεί: «Έρχονται μαζί τους Βαλκυρίες! Τις βλέπω! Κακός οιωνός!»
Η Γκουντρούν έτρεξε τότε ευθύς προς την πύλη αλλά δεν μπορούσε να δει καθαρά στην αρχή, σαν να μην ήθελε να το πιστέψει. Όταν όμως μπήκε και η Μπρουναχίλντ, έβγαλε μια κραυγή σαν αναγνώρισε από πίσω της τον Ζίγκφριντ που της φάνηκε ασυνήθιστα πεσμένος, σαν κάτι άλλο εκτός από τον αληθινό του εαυτό! Έτρεξε αμέσως προς το μέρος του, φοβούμενη πως όποια προαισθήματα ένιωσε χθες το βράδυ, βγήκαν αληθινά! Ο Γκούντοχαρ όμως πρόλαβε να αναγνωρίσει ότι στην ίδια κατάσταση φέρνανε και τον Χαγκάνο! Ωστόσο έμεινε για μια στιγμή στη θέση του, απόλυτα παραξενεμένος, σκεφτόμενος ότι ποτέ άλλοτε η Μπρουναχίλντ δεν του θύμιζε Βαλκυρία, σαν κι αυτή που τραγουδιόταν μέσα από τους θρύλους, όσο τη τωρινή στιγμή…
Σαν είδε τη Γκουντρούν να έρχεται, η Μπρουναχίλντ διέταξε να κατεβάσουν το σώμα του Ζίγκφριντ από το άλογό της. Και μετά με μια αιφνιδιαστική δύναμη, που φαινόταν κάπως ανώμαλη για τη μικροκαμωμένη κορμοστασιά της, έπιασε το σκληραγωγημένο σώμα του αλλοτινού αγαπημένου της και το απέθεσε απαλά στην αγκαλιά της Γκουντρούν η οποία σαν είδε ότι αυτό που φοβόταν περισσότερο από όλα ήταν πραγματικότητα, δεν μπόρεσε παρά να βγάλει μόνο άφωνους λυγμούς, μη τολμώντας ακόμα να το παραδεχτεί, ούτε καν στον εαυτό της!
Είχαν κατεβάσει κι από προτροπή της και το σώμα του Χαγκάνο όταν ήρθε τελικά ο Γκούντοχαρ με όλο τον κόσμο γύρω τους. Ο Γκίσελχαρ ακόμα έκλαιγε κι αδυνατούσε να μιλήσει, ενώ ο Γκούντορμ τους προϋπαντούσε με το θυμωμένο ύφος του, που του ήταν πιο εύκολο να φορέσει για να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση.
«Θα μου πει κάποιος τι έγινε; Γιατί ήρθαν...γιατί τους φέρατε νεκρούς τον Ζίγκφριντ και τον Χαγκάνο; Αλληλοεξόντωσαν ο ένας τον άλλον;» Ο Γκούντοχαρ ούτε καν μπήκε στον κόπο να αναφέρει την πιθανότητα ατυχήματος. Ήταν φανερό πως ένα άγριο ζώο δεν έφερνε τέτοιες πληγές.
«Γκούντοχαρ, άρχοντα..», άρχισε τελικά ο Γκούντορμ όλα ξεκίνησαν από τότε που…» την έδειξε μη μπορώντας να βρει την κατάλληλη λέξη για να την χαρακτηρίσει, «η αρχόντισσα Μπρουνχίλδη προκάλεσε σε μονομαχία τον Ζίγκφριντ Ζίγκμουντσον…»
«Προκάλεσα τον Ζίγκφριντ σε μονομαχία» μπόρεσε τελικά να μιλήσει η Μπρουναχίλντ, νιώθοντας πως ακόμα κι αν η ίδια δεν επιθυμούσε ή δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να το κάνει τελικά, να αφήσει δηλαδή άλλον να πει όπως αυτός πίστευε, αυτά που η ίδια έζησε. «Τον προκάλεσα…» συνέχισε με φανερή δυσκολία και μη μπορώντας να δυναμώσει τη φωνή της ώστε να ακουστεί αρκετά. Είχε τραβήξει όμως την προσοχή της Γκουντρούν που την κοιτούσε με πονεμένη απορία ανάμικτη με απέχθεια που δεν μπορούσε να αντέξει. «…έξω από την πόλη, στο δάσος, κοντά στα σύνορα όπως μου επιτρέψατε κι εσείς άρχοντα Γκούντοχαρ πως θα μπορούσα μόνο εκτός των περιχώρων σας να ζητήσω. Την πρόκλησή μου τη δέχτηκε ο Ζίγκφριντ Ζίγκμουντσον και η μονομαχία μας τελικά κατέληξε σε ανακωχή. Θα είχε τελειώσει εκεί, αλλά δυστυχώς ο αδερφός Χαγκάνο την έσπασε και σκότωσε τελικά τον Ζίγκφριντ χτυπώντας τον από πίσω παραβιάζοντας και όλους τους νόμους…»
Η δυσκολία έγινε φανερά μεγαλύτερη, αλλά κανείς άλλος δεν έδειχνε να μπαίνει στον κόπο να αναλάβει τη συνέχιση της ιστορίας. Κανείς δεν ήθελε στο κάτω κάτω να αναφέρει τα άσχημα μαντάτα. Μια σύσπαση στο λαιμό όμως την έκοψε κι ήταν τελικά η Ρέγκινλεϊφ που ανέλαβε να τη στηρίξει ακόμα μια φορά. «Η αρχόντισσα Μπρουναχίλντ προσκάλεσε στη συνέχεια τον Χαγκάνο σε μονομαχία από την οποία τελικά χτυπήθηκε θανάσιμα. Ήρθαμε μαζί με τους άνδρες σας να σας φέρουμε τα σώματά τους και θα βοηθήσουμε στις όποιες τελετουργίες χρειάζονται.» Απευθύνθηκε με δυνατότερη φωνή στον κόσμο που συγκεντρωνόταν όλο και πιο πολλής τριγύρω αφού τα νέα είχαν μεταδοθεί με αστραπιαία ταχύτητα. «Μαζέψτε τα ξύλα, ανάψτε τις φωτιές! Δυο γενναίοι πέθαναν σήμερα! Είναι μέρα θρήνου η σημερινή για μας! Ας τους ακολουθήσουν στη Βαλχάλλα όλες οι τιμές που μπορούμε να τους αποδώσουμε!»
Ο Γκούντοχαρ έκανε νόημα στους υπηρέτες του να ακολουθήσουν τις προσταγές της Βαλκυρίας κι αμέσως όλοι και όλα γύρω τους άρχισαν να κινούνται με φρήγορες ταχύτητες. Είτε για να υπηρετήσουν είτε για να μεταδώσουν. Δεν μπορούσε να μην κοιτάξει τα σώματα του Ζίγκφριντ και του Χαγκάνο που βρίσκονταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν χειρότερο από όσο περίμενε…πολύ χειρότερο. Ο Γκίσελχαρ από κάποια άκρη, λες και ανταποκρίθηκε στις μαύρες μύχιες σκέψεις του, τον ρωτούσε ακόμα γιατί έπρεπε να τα φέρουνε έτσι, χρειαζόταν να πεθάνουν και οι δύο τους για να σωθούνε; Κι ο Γκούντορμ τότε τον τράβηξε πίσω. Ήταν αλήθεια ότι έχασαν το μέλλον τους;
Κοιτώντας ακόμη τα ακίνητα σώματά τους, ο Γκούντοχαρ ανταποκρίθηκε σε μια ενστικτώδη κίνησή του και έσκυψε και έλυσε το πορφυρό μανδύα που φορούσε και σκέπασε με αυτόν το κορμί του Ζίγκφριντ, υπό το σιωπηλά παραξενεμένο βλέμμα της Γκουντρούν. Πέθανε σαν αρχηγός. Δεν αρκούσε. Έβγαλε και τον χρυσό χιτώνα που φορούσε από μέσα και σκέπασε το κορμί του Χαγκάνο. Πέθανε σαν αδερφός. Είναι το λιγότερο που τους αρμόζει.
«Τώρα τους παραχωρείς τις τιμές που τους άξιζαν και δεν είχαν πάρει ποτέ όσο ζούσαν Γκούντοχαρ;» τον ρώτησε η Γκουντρούν με φανερή την αίσθηση πίκρας στη φωνή της. Ο Γκούντοχαρ δεν μίλησε και κίνησε να προχωρήσει. Σαν έστριψε, ήταν που την είδε ευθύς, τη γυναίκα του…που δεν ήταν πια γυναίκα του. Και θυμήθηκε μια άλλη στιγμή, τότε που την είχε πρωτοπροσέξει, όταν του χάρισε τη ζωή σ’ αυτή τη μάχη δίνοντάς του και την ευκαιρία να ανακτήσει την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν. Και τότε ήταν που μπόρεσε να παρασύρει και να ενθαρρύνει τους άνδρες του πιστεύοντας κι ο ίδιος επιτέλους σ’ αυτό που έκανε για το οποίο δεν έβρισκε κάποια πίστη πριν. Και κατάφεραν στο τέλος να ανατρέψου την έκβαση της μάχης…
Η ίδια γυναίκα ήταν ακόμα εκεί. Η σύζυγός του. Μεγαλύτερη αλλά του φαινόταν το ίδιο γοητευτική όπως πρώτα. Αντιμετώπισε το βλέμμα του κι αυτή, κι είδε φανερά τον πόνο που γραφόταν στα σταράτα μάτια της και κατάλαβε πως αυτό ήταν που την είχε αλλάξει τόσο πολύ. Όταν όλοι οι άλλοι γύρω τους είχαν φύγει ή γυρίσει στα πράγματα που έπρεπε να κάνουν, η ίδια ήταν ακόμα εκεί, ασάλευτη. «Πρέπει να πάρουμε τα σώματά τους» του υπενθύμισε απλά. «Να καθαριστούνε και να αλειφθούν με βότανα και έλαια.»
«Που να τους πάμε;» την ρώτησε αμέσως μια από τις γυναίκες που είχαν μείνει κοντά στη Γκουντρούν. «Να τους πάμε στην εκκλησία;»
«Δεν θα τους δεχθούν» ήρθε η απάντησή της. «Δεν ήταν ποτέ βαπτισμένοι. Δεν θα τους δεχτεί η εκκλησία, παιδιά ενός άλλου κόσμου…»
«Να τους φέρουν στην κάμαρά μου» μίλησε τελικά η Γκουντρούν με πιο δυνατή φωνή. «Θα τους πλύνουμε και θα τους αλείψουμε καλά. Και μετά θα αποτεθούν στην κεντρική σάλα ώστε να έρθουν όλοι, άρχοντες και στρατιώτες, αυλικοί και χωρικοί, να τους απευθύνουν όλες τις τιμές που τους αρμόζουν και το ύστατο αντίο. Μέχρι να ετοιμάσουν και να δυναμώσουν τις φωτιές. Μπορείτε να παραστείτε και εσείς οι Βαλκυρίες.»
Η Μπρουναχίλντ δεν μίλησε αλλά έδειξε με νόημα με το βλέμμα προς την Γκουντρούν, την παλιά της φίλη και τώρα αρχόντισσα Κριμχίλδη. Δεν υπήρχε και τίποτα να ειπωθεί παραπέρα. Κίνησε να φύγει όταν ξαφνικά ο Γκούντοχαρ την έπιασε απαλά από το μπράτσο. Σταμάτησε. Και οι δύο ξέρανε το ίδιο. Ακόμη κι αν ο Γκούντοχαρ ήθελε, δεν θα του επέτρεπαν πια, ούτε οι κανόνες, ούτε οι άνθρωποί του να τη ξαναδεχτεί ως σύζυγό του. Εξάλλου την είχε αφήσει να φύγει όταν του το απεύθυνε τελευταία φορά.
«Σ’ αγάπησα Μπρουναχίλντ…» της είπε τελικά σιγανά.
«Κι εγώ έτσι πίστευα.» του αποκρίθηκε. «Αλλά έπρεπε να με αφήσεις Γκούντερ κι όχι να επιμείνεις να με πάρεις γυναίκα σου. Μόνο πόνο σου έφερα και λυπάμαι έστω γι’ αυτό…»


––––––––

            Αλείφανε το κορμί του όλο το βράδυ σχεδόν με έλαια και μύρα, βότανα και βαλσάμικα που μπορούσαν να αποδιώξουν οποιαδήποτε ανεπιθύμητη μυρωδιά και να διατηρήσουν τη σφριγηλότητα που κατείχε κάποτε το σώμα τούτο, μέχρι ο άνεμος να απελευθέρωνε ότι έχει απομείνει από αυτό και τις στάχτες του. Ήδη είχαν καθαρίσει καλά και ξεπλύνει όλες τις πληγές του πριν τις δέσουν. Η Γκουντρούν είχε καταβάλλει πραγματικά αφιλότιμες προσπάθειες να τον περιποιηθεί όσο καλύτερα μπορούσε κι ακόμη περισσότερο. Τώρα θα άρχιζε το επικήδειο στόλισμα. Θα του φορούσαν το βασιλικό χιτώνα του κάτω από το γκρίζο δέρμα που θα τον σκέπαζε. Θα του φορούσαν το κράνος με το λοφίο του λύκου. Θα του αποθέτανε γύρω όλα τα χρυσά που είχε κερδίσει στα τόσα χρόνια, έστω κι αν της φαίνονταν λίγα, που είχε ζήσει και πολεμήσει. Θα ήταν πιο λαμπερός κι από βασιλιά. Όχι όμως όσο λαμπερός ήταν όσο ο ίδιος υπήρχε.
Η Γκουντρούν άγγιξε τα μπράτσα του νιώθοντας το γνώριμο σχηματισμό των μυών του. Αλλά ήταν κρύο το άγγιγμα του. Το σώμα του επώδυνα ακίνητο, το να τον αγγίζει ήταν σαν να έπιανε ένα ομοίωμα που είχε πάρει τη μορφή του άνδρα που ήταν κάποτε σύζυγός της. Ο ίδιος δεν βρισκόταν πια εκεί. Ούτε το ταπεινό κουφάρι του μπορούσε να τον αντικαταστήσει!
Η Μπρουναχίλντ έτυχε να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο, αλλά όντας στις σκιές, δεν φανέρωσε περισσότερο την παρουσία της. Ήρθε, αλλά ούτε η ίδια δεν ήθελε να διαταράξει τη θλιμμένη ησυχία που έβλεπε στο πρόσωπο της κάποτε φίλης της για το λίγο διάστημα που είχε περάσει στις Βαλ Κύρη και τώρα πια φανερά αντίζηλού της. Παρατήρησε την προσοχή και περιποίηση που δώσανε στο σώμα του αγαπημένου της, αν και ήταν σίγουρη πως τον Ζίγκφριντ δεν θα τον ένοιαζαν καθόλου ούτε τα πλούτη που τον στόλιζαν ούτε οι θησαυροί που τον συνόδευαν. Ήθελε πάντοτε αυτό που ήθελε κι εκείνη, να ‘ναι ελεύθερος. Βέβαια όμως τον σφάξανε σαν αγρίμι και τώρα θα τον κηδεύανε σαν βασιλιά.
Την ίδια περιποίηση όμως δίνανε και στο άψυχο σώμα του Χαγκάνο που βρισκόταν στην άλλη μεριά της μεγάλης σάλας που συνόδευε την κάμαρα. «Ούτε και τώρα σ’ αφήνουν εντελώς να μπεις στο δωμάτιο της Γκουντρούν, αδερφέ μου» σκέφτηκε. Έβλεπε και τα πλούτη που φέρνανε να συνοδεύσουν τον Χαγκάνο που μετά τον Ζίγκφριντ ήταν όντως ο καλύτερος πολεμιστής στη Βουργουνδία. Και καθώς τα παρατηρούσε, χρυσαφικά κυρίως αλλά και μερικά ρουμπίνια και σμαράγδια, δαχτυλίδια και περιβραχιόνια που έλαμπαν ξέχωρα ανάμεσα στα τόσα όπλα που θα σώριαζαν με τιμή γύρω από τους θησαυρούς με τα οποία τους είχε αποκτήσει, κατάλαβε τι ήταν αυτό που την έκανε να νιώθει πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η λόγχη έλειπε! Η κατά τα άλλα ταπεινή και μη αδιαχώριστη λόγχη με τους 24 ρούνους της δύναμης με την οποία είχε σημαδέψει την πλάτη του Ζίγκφριντ. Η λόγχη όπου με πόνο θυμόταν πως έγραφε: όποιος κρατά την αγιασμένη τούτη ράβδο με σύνεση και δύναμη, τον κόσμο θα κατέχει. Η λόγχη του Όντιν! Κακό σημάδι το ότι έλειπε! Όποιος και να την πήρε, οι γιοι του Γκιμπίκχο ή οι γιοι του Χαγκάνο, σήμαινε πως οι συμφορές δεν θα τελείωναν! Ω Θεοί, πραγματικά ως πόσο ακόμα;
Κοίταξε το δαχτυλίδι που είχε φορέσει αφημένα στο χέρι της κάτω από το μπράτσο της, το αντιστάθμισμα της λόγχης. Το δαχτυλίδι της αγάπης που καταράστηκε στη συνέχεια με την αγάπη. Προτού έρθει, είχε δώσει τις τελευταίες οδηγίες που μπορούσε να σκεφτεί στη Φραγιάντις και στη Ρέγκινλεϊφ να τις μεταφέρουν στη Γκέιραχοντ και τις άλλες σαν γυρνούσαν μετά… μετά την κηδεία ή όποτε θα τελείωναν όλα αυτά. Τις είχε παροτρύνει να βρουν οπωσδήποτε τη Σκούλντ και να ζητήσουν τη καθοδήγησή της για όσο καιρό της απέμενε. Μόνο και μόνο για να μπορέσουν να σώσουν κάτι από αυτό που ήταν… Η ίδια……..θα έβλεπε τι θα έκανε ακριβώς. Σαν τελείωναν όλα. Προς το παρόν δεν μπορούσε να φύγει και να αφήσει το σώμα του αγαπημένου της κι ας μη βρισκόταν ο ίδιος εκεί. Κι ας μην ήξερε που ακριβώς βρισκόταν. Είχε ψάξει να τον βρει αλλά δεν τα κατάφερε. Μέχρι τουλάχιστον να μπορούσε να τον αισθανθεί. Μέχρι να μπορούσε να ελευθερωθεί…
Την ώρα που ήθελε να απευθύνει την απορία και την επίκληση της στον Πατέρα Όλων, άκουσε γυναικείες φωνές κοντά της που τράβηξαν ξανά την προσοχή της.
«Κήδεψα εφτά γιους κι ένα σύζυγο με τα ίδια μου τα χέρια. Όλοι τους πέθαναν στη μάχη!» Μια από τις γηραιότερες, σύζυγος ενός από τους αρχηγούς του Γκιμπίκχο, μίλησε με δυνατή φωνή που την άκουγαν όλοι στο δωμάτιο αλλά ήταν φανερό πως απευθυνόταν στη Γκουντρούν. Η Μπρουναχίλντ αναρωτιόταν γιατί, ώσπου είδε μια άλλη γυναίκα αρκετά νεότερη, να πλησιάζει κι αυτή.
«Είδα να σκοτώνουν τον άντρα μου μπρος στα μάτια μου ενώ εγώ μεταφερόμουν ως αιχμάλωτη στη Χώρα των Ούνων. Εφτά χρόνια υπηρετούσα ως δούλα! Τις νύχτες ο αφέντης με χρησιμοποιούσε στο κρεβάτι ενώ τις ημέρες χτένιζα τα μαλλιά της αφέντρας και έδενα τα πασούμια της.»
Η Μπρουναχίλντ κατάλαβε εκείνη τη στιγμή. Η Γκουντρούν δεν είχε κλάψει ούτε μία φορά ως τώρα κι όλες οι γυναίκες της αυλής το πρόσεξαν αυτό και προσπαθούσαν να τη οδηγήσουν στα δάκρυά της προτού σπάσει.
«Έχεις ακόμα βασίλειο και τιμή αρχόντισσα» της είπε μια άλλη. «Κλάψε για τον άντρα σου όμως που δεν θα ξαναδείς.»
Η Γκουντρούν όμως τις απέπεμπε λέγοντάς τους να την αφήσουν ήσυχη ώσπου αναγνώρισε τη Μπρουναχίλντ. Και τότε την έδειξε και μεμιάς σώπασαν όλες στο δωμάτιο.
«Ήταν τίποτα από όλα αυτά αληθινό, Μπρουναχίλδη;» Η πίκρα της δεν ήταν δυνατόν να γίνει εντονότερη.
«Ξέρεις, είναι αστείο», συνέχισε με την ίδια πίκρα. Έρχονται και μου λένε να κλάψω για τον άντρα μου όταν πια αποκαλύφθηκε ότι εγώ τον έκλεψα από σένα! Εσύ είσαι η αληθινή σύζυγός του, εσύ δικαιούσαι να κλάψεις, εσύ που τον οδήγησες και στο θάνατό του.»
«Γκουντρούν», της αποκρίθηκε ήρεμα η Μπρουναχίλντ, «σ’ αγαπούσε κι εσένα. Έστω και με τον τρόπο του. Είναι αλήθεια πως η προϊστορία μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση αλλά δεν φταις εσύ, δεν ήξερες τίποτα, πώς να ξέρεις;»
«Αλλά όλα αυτά που ζήσαμε ήταν ένα ψέμα! Εσένα αγαπούσε πάντα περισσότερο, περισσότερο κι από μένα.»
«Δεν έχει σημασία πια Γκουντρούν, αλλά πίστεψέ με όταν σου λέω ότι σ’ αγάπησε! Του προσέφερες κάπου να ανήκει! Μπόρεσε να ζήσει μαζί σου…Με μένα θα ήταν ακόμα πιο εκτός, ακόμα πιο απόκληρος…σαν ανοιχτή πληγή στον άνεμο. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι η ζωή σας και του Γκούντερ θα ήταν καλύτερη αν δεν υπήρχαμε εγώ και ο Ζίγκφριντ, ή έστω αν δεν υπήρχα εγώ. Δεν έπρεπε ο Γκούντερ να επιμείνει να με φέρει. Δεν ωφελεί όμως να μιλάμε για το τι θα γινόταν εάν και εάν. Δείχνουν πως όλα τελείωσαν τώρα αλλά ζήσε Γκουντρούν, ζήσε!» Θυμήθηκε πως το ίδιο της είχε πει  κάποτε και ο Ζίγκφριντ.

Η Γκουντρούν έπεσε στο κάθισμα δίπλα της δείχνοντας πως δεν είχε άλλη δύναμη πια και η Μπρουναχίλντ την πλησίασε. Οι άλλες γυναίκες συνέχισαν τη δουλειά τους ξέροντας πως τώρα τα πράγματα πια έπαιρναν τη θλιμμένη τροπή που τους έπρεπε.
«Ποιο λόγο έχω να ζήσω τώρα;» συνέχισε πιο αδύναμα η Γκουντρούν. «Όσα έζησα αποδεικνύονταν ένα τίποτα, μια απάτη. Ακόμα και τα ίδια μου τα αδέρφια!»
«Έχεις τα παιδιά σου Γκουντρούν», η Μπρουναχίλντ αποκρίθηκε άμεσα. «Οι περισσότεροι ζουν ψεύτικες ζωές και περνάνε μια ολόκληρη ζωή ψάχνοντας να βρούνε ποιοι αληθινά είναι. Οι αποκαλύψεις τελικά μας έφεραν τη ζωή άνω κάτω. Αλλά μη ξεχνάς ότι υπάρχουν ακόμα τα παιδιά σου! Και για αυτά πρέπει να ζήσεις, να τα προστατέψεις! Εσένα έχουν…»
Η Γκουντρούν γύρισε και την κοίταξε. Μια σκέψη πέρασε από τα μάτια της. «Έχεις κι εσύ μια κόρη Μπρουναχίλντ, έτσι δεν είναι; Μοιάζει με την κόρη μου;»
Τώρα πια είχαν βγει περισσότερες αλήθειες στην επιφάνεια.
«Εεε…η αλήθεια είναι πως έχουν μια ομοιότητα. Αλλά μου την πήρανε Γκουντρούν…την έχασα καιρό πριν όταν δέχτηκα να έρθω εδώ…»
Δάγκωσε τα χείλη της. «Δεν έχει σημασία, ξέρω τουλάχιστον ότι είναι καλά. Κι εσύ να κάνεις ότι μπορείς, αν όχι για σένα, για τα παιδιά σου τουλάχιστον. Κι ο γιος σου…πρέπει να κάνεις ότι μπορείς να τον προστατέψεις καθώς η θέση του είναι επισφαλής όσο υπάρχουν ακόμη παιδιά που εκδικούνται για τους πατεράδες τους.» Είδε πως είχε τραβήξει για τα καλά την προσοχή και την ανησυχία της Γκουντρούν.
«Εσύ όμως…πήρες την εκδίκησή σου για τον Ζίγκφριντ, Μπρουναχίλντ. Σκότωσες τον ίδιο το αδερφό σου…»
Η Μπρουναχίλντ έσκυψε λίγο σαν να σκεφτόταν τα λόγια που μόλις είχε ακούσει. «Γκουντρούν, μη σε κάνει ο θάνατός του και η όλη αυτή κατάσταση να αλλάξεις τον εαυτό σου μετατρεπόμενη σε κάτι που δεν θα ευχόσουν να δεις ούτε και σε μένα αν και εγώ το έκανα.» Σκέφτηκε για μια στιγμή αν έφταιγε κι αυτό που δεν μπορούσε να αισθανθεί πια τη ψυχή του Ζίγκφριντ.
«Δεν το βλέπεις τώρα», συνέχισε, «αλλά σε χρειάζονται όλοι και πιο πολύ ο Γκούντερ έστω κι αν δεν το καταλαβαίνεις.» Κοίταξε για μια στιγμή το σώμα του Ζίγκφριντ και του Χαγκάνο από την έξω άκρη. «Υπάρχει και κάτι ακόμα που πρέπει να προσέξεις, για το οποίο πρέπει να σε προειδοποιήσω. Λείπει η λόγχη…η λόγχη της Δύναμης ξέρεις, αυτή με την οποία έφερε το χτύπημα ο Χαγκάνο. Είναι καλύτερο να τη βρεις και να τη φυλάξεις γιατί μπορεί να αποτελέσει, ακόμη κι ανοήτως, σοβαρό θέμα διαμάχης. Και πρέπει να κάνεις ότι μπορείς να αποτρέψεις τα χειρότερα που φαίνονται να έρχονται, όχι να τα προκαλείς.»
Η Γκουντρούν έγνεψε καταφατικά αν και ξεψυχισμένα και η Μπρουναχίλντ της έπιασε το χέρι. Και τότε πρόσεξε κι εκείνη το δαχτυλίδι που φορούσε.
«Βλέπω ότι το φοράς….Σου το έδωσε πίσω…»
Η Μπρουναχίλντ ένιωσε ξανά τη δυσάρεστη κατάσταση. «Το χρειάζομαι για να κάνω ένα ξόρκι, που μάλλον θα είναι το τελευταίο του δαχτυλιδιού. Δεν θα το πάρει κανείς μετά, ούτε κι εγώ, αρκετές συμφορές έφερε. Η λόγχη όμως, όσο ακόμα γυροφέρνει στον κόσμο και χρησιμοποιείται από ανθρώπους που δεν κατανοούν τις δυνάμεις της, ή την προσαρμόζουν στον δικό τους σκοπό, είναι επικίνδυνη. Μπορείς να πεις Γκουντρούν ότι σου ανήκει δικαιωματικά αφού βρισκόταν στους θησαυρούς που πήρε ο Ζίγκφριντ από τον Φάφνιρ. Και μόλις τη βρεις, αν έχουν αποτραπεί τα όποια χειρότερα μπορεί να ακολουθήσουν, ρίξ’ την μακριά όπου δεν θα τη ξαναβρούν και θα μπορέσει να γυρίσει στον Όντιν. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»
Η Γκουντρούν της έγνεψε πάλι αλλά αυτή τη φορά το καλύτερο σημάδι από κείνη είναι ότι έσφιξε και τα δικά της χέρια. «Ναι μην ανησυχείς, δεν το ζητάω πίσω.» Κατάλαβε πως για το δαχτυλίδι μιλούσε. «Ξέρεις…δεν αισθανόμουν και τόσο άνετα όσο το φορούσα. Περίεργο όμως Μπρουναχίλντ, εσύ το δαχτυλίδι της Φρέγια κι εγώ τη λόγχη του Όντιν…αλλάξαμε προστάτες;»
Η Μπρουναχίλντ την κοίταξε με έκπληξη αλλά χαμογέλασε αμυδρά αναγνωρίζοντας ‘σ αυτή τη σημείωση την αλλοτινή της φίλη.
«Έχεις ακόμα την ενόραση που σου έδωσε η Κυρία. Σαν φύγω…μπορεί να δεις μερικά οράματα και να ‘μαι σ’ αυτά.» Να ‘ταν άραγε αυτό το αντί που μπορούσε να της πει; «Πάμε τώρα, οι φωτιές πρέπει να ανάψουν και να οδηγήσουν τους ήρωες στην ελευθερία. Ας μην τους αφήσουμε να περιμένουν άλλο!» Η Μπρουναχίλντ κίνησε βιαστικά και φίλησε τις άκρες των δαχτύλων της κι απόθεσε μ’ αυτές το φιλί πάνω στα χείλη του Ζίγκφριντ. Από την αίθουσα έφυγε γρήγορα ώστε να μην ενοχλεί άλλο τη Γκουντρούν και να της παραχωρήσει τον χώρο που έπρεπε.

Ήταν πια όταν έφυγε η Μπρουναχίλντ που η Γκουντρούν ξέσπασε σε λυγμούς.


––––––––

Τα προσανάμματα για τις δυο μεγάλες επικήδειες πυρκαγιές που θα ακολουθούσαν δεν είχαν στηθεί ακριβώς δίπλα λόγω του ότι ήταν αντίπαλοι στη ζωή – αν και τώρα έδειχναν ότι θα καλπάζανε μαζί στη Βαλχάλλα. Και οι δύο σωροί όμως των ξύλων βρίσκονταν στην ολοπράσινη πεδιάδα έξω από το Μπορμπετομάγκους, βλέποντας προς το ποτάμι. Και ακριβώς στο ποτάμι περιμένανε τα πλοιάρια που θα σκορπίζανε τις στάχτες τους στα ιερά νερά του θεού που θα τους έδειχνε το δρόμο για την αίθουσα των γενναίων και ηρώων. Μόνο ο λόφος που προσδιδόταν στον Λόκι, λόφος ταιριαστός, είχε την τιμή να στέκεται δίπλα τους σαν άγρυπνος φρουρός.
Η νεκρώσιμη ακολουθία, λόγω της διαδρομής, πήρε κάποια μορφή καθώς ξεκινώντας από τη μεγάλη σάλα του ανακτόρου πήραν τους δρόμους της πόλης για να περάσουν από τη κεντρική πύλη έξω στην πεδιάδα. Πλήθος αρχόντων και ανθρώπων είχαν βγει για να τους συνοδέψουν στο τελευταίο τους αντίο και μέσα από τα λουλούδια, το επικήδειο υδρόμελο και τη μελαγχολία που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα είχαν μόνο καλά λόγια να πούνε για εκείνους και να τους εξυμνήσουν σαν τους μεγαλύτερους ήρωες που είχαν περάσει ποτέ και είχε την τύχη να δει ο τόπος τους. Ήταν λες και μετά από αυτό θα ξυπνούσαν σαν από κακό όνειρο και θα έβλεπαν τη θλιβερή πραγματικότητα ότι δεν θα υπάρξουν άλλοι προστάτες σαν κι αυτούς.
Τραγούδια και άσματα έδιναν και έπαιρναν και δημιουργιόντουσαν αυτοστιγμεί. Έπρεπε πάσης θυσία να τους διατηρήσουν με κάποιο τρόπο, να τους κρατήσουν ζωντανούς, τους ίδιους, τη μνήμη τους κι αυτό που τους έκανε ήρωες. Ως κι ο Γκούντοχαρ είχε βγάλει τη λύρα και τραγουδούσε μπροστά στα αδέρφια του και στο λαό του κατά τη διάρκεια της πομπής. Και γιατί όχι; Εδώ όλοι όσοι τους φοβόντουσαν πριν, τώρα τους εξυμνούσαν με ένταση και πάθος μετά θάνατον! Κι ο ίδιος και η οικογένειά του ήταν αυτοί που κινδύνευαν περισσότερο όσο ζούσαν και τώρα από όλους, αυτοί που βίωναν περισσότερο το βάρος της απώλειάς τους...
«Η φωτιά προσμένει…το τέλος ενός θρύλου, το τέλος μιας εποχής…» τα λόγια του άσματός του περιπλέχθηκαν μέχρι που διασταυρώθηκε η ματιά του με τη ματιά της χήρας αδερφής του, της Γκουντρούν. Ήξερε τι του έλεγε χωρίς καν να του μιλήσει. Πως ήταν αργά για απολογίες. Πως κι ο ίδιος έπαιξε το ρόλο του σ’ αυτό. Έπρεπε όμως να πει κάτι. Κι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που μπορούσε να εκφράσει αβίαστα αυτά που ένιωθε κατά βάθος. Τις τρεις μέρες που διήρκησε η ετοιμασία για την κηδεία είχε πολλά να σκεφτεί και να καταλήξει στο συμπέρασμα πως παρά τα ότι έχασε: αδερφό, γυναίκα, φίλο κι ίσως και αδερφή, καθήκον ήταν να κάνει ότι μπορούσε καλύτερο για τη ευημερία και τη διατήρηση της χώρας του. Όπως άρμοζε σε ηγέτη της. Σήμερα όμως θα εξέφραζε την απώλεια που ένιωθε κι ας η θυσία είχε ήδη γίνει.
Φτάσανε πλησιέστερα στις όχθες του ποταμού και συγκεντρωθήκανε γύρω από τους σωρούς των ξύλων. Σαν αποθέσανε και τις ίδιες τις νεκρικές σωρούς απάνω τους, πλησίασε η ιέρεια και προχώρησε στην απόσταση που διατηρούσαν ανάμεσά τους για να πει τα λόγια που θα έδιναν το έναυσμα για τη πύρινο πέρασμά τους στον άλλο κόσμο.
Το μόνο περίεργο ως τώρα ήταν πως έλειπε η Μπρουναχίλντ. Δεν ήταν μαζί τους στη νεκρώσιμη ακολουθία, ούτε καν ήταν η ιέρεια που θα αναλάμβανε την τελετουργία και πορεία της πυράς αν και είχε κάθε δικαίωμα σ’ αυτό. Είχε αρνηθεί να αναλάβει αυτό το καθήκον που τόσο εύκολα θα μπορούσε να αποδώσει λόγω της εκπαίδευσης που είχε λάβει και τόσο ταιριαστό θα της ήταν αφού τελικά αυτή τους οδήγησε και τους δύο στο θάνατο. Ωστόσο, ήρθε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σαν ξαφνικά από το πουθενά. Και δεν ήταν τόσο το απλό λινό, λευκό φόρεμα που φορούσε καλυμμένο από την κοντή σκούρα μπέρτα καμωμένη από κορακίσια φτερά αυτό που τράβηξε την προσοχή όσο το υστερικό της γέλιο που αντήχησε ξαφνικά στον χώρο, τη στιγμή ακριβώς που αποθέτανε τις σωρούς. Στον ανοιχτό πεδινό χώρο αυτό το γέλιο είχε τρομάξει ακόμα και τα πουλιά που από περιέργεια παρακολουθούσαν και ακουγόταν πολύ παράξενο και κανείς δεν ήξερε καν πώς να το ερμηνεύσει! Χαρά, λύπη, θυμός ή ειρωνεία; Ή όλα μαζί; Ο οίκος των Νιφελούγκαρ έδειχνε δυσαρεστημένος όπως κι ο οίκος των Ντρόνγκεν. Μπορεί να ήταν σημάδι τρέλας τελικά, ήταν γνωστό πως η βασίλισσα ήταν ερωτευμένη με τον Ζίγκφριντ κι αυτή που έβαλε να τον σκοτώσουν. Καλά θα ήταν να έφευγε τελικά η τρισκατάρατη και να μη ξαναγύριζε ποτέ.
Η Μπρουναχίλντ πλησίασε τη Ρέγκινλεϊφ που ήταν η ιέρεια δίνοντάς της την άδεια να συνεχίσει την τελετή. Και στη συνέχεια φίλησε ατάραχη τον Ζίγκφριντ αλλά και τον Χαγκάνο, προκαλώντας δυσαρέσκεια και από τους δύο οίκους. Κανείς όμως δεν έκανε κάτι εναντίον της. Προχώρησε προς τη Φραγιάντις και τις άλλες που κρατούσαν από τα γκέμια τη Γκράνι. Κάποιοι είχαν πει πως η Γκράνι, ως άλογο του Ζίγκφριντ, έπρεπε να ριχτεί κι αυτή στην πυρά μαζί του ώστε να πάει ο ήρωας καβάλα στη Βαλχάλλα κι αυτή έδωσε διαταγή να προσέχουν σαν τα μάτια τους το άλογο που είχε αναθρέψει από πουλάρι.
Μόλις έβαλαν φωτιά στα κάτω προσανάμματα που στη συνέχεια θα έφερναν τη φλόγα στα υψηλότερα από πάνω μέχρι όλα να θεριέψουν και να καλύψουν στο τέλος εντελώς τους ήρωες από αυτόν τον κόσμο, τράβηξε διακριτικά τη Γκράνι και προχώρησαν μαζί προς την αθέατη πλευρά του λόφου. Η Φραγιάντις την είδε και κίνησε αμέσως να πάει μαζί της αλλά η Μπρουναχίλντ τη σταμάτησε.
«Όχι αδερφή, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις κι η θέση σου είναι σ’ αυτόν τον κόσμο. Εμένα δεν είναι πια.»

Βρίσκοντας την ησυχία και την ανωνυμία που γύρευε, σαν γύρισε ελαφρά τη βάση του λόφου ώσπου δεν φαινόταν από τον κόσμο που παρακολουθούσε με ευλάβεια την επικήδεια πυρά, κατάφερε να κάνει αυτό που ζητούσε. Βυθίστηκε μέσα στον εαυτό της και χαμήλωσε τις αναπνοές της μέχρι να φτάσει στη γνώριμη κατάσταση διαλογισμού, από όπου μπορούσε και να επικοινωνήσει καλύτερα. Θα ερχόταν εκείνος όμως; Είχε περάσει όλες αυτές τις τρεις επίπονα βασανιστικές μέρες σκεφτόμενη τι να κάνει και καμία επιλογή δεν της φαινόταν καλή. Ή αρκετή! Ήταν σαν τώρα που έφυγε ο Ζίγκφριντ να έχασε την όποια θέλησή της για αυτόν τον κόσμο. Και τώρα όμως έφτασε η στιγμή που έπρεπε να πάρει τη μεγαλύτερη απόφασή της. Θα ερχόταν όμως Εκείνος τώρα ακριβώς που τον χρειαζόταν περισσότερο;
Θυμήθηκε την άλλη εκείνη στιγμή, στη μύησή της, δεμένη σχεδόν τρία μερόνυχτα πάνω στο δέντρο ώστε να μυηθεί στους ρούνους του Δέντρου της Γνώσης, του Δέντρου της Ζωής που την κατέβαλλαν και βυθίστηκε μέσα σε αυτούς καταλαβαίνοντας το ξεχωριστό γνώρισμα τους αλλά νιώθοντας και την κοινή ουσία που βρισκόταν βαθιά μέσα τους. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε πως είχε δει μπροστά της και τις πύλες που άνοιγαν στις άλλες διαστάσεις και μπορούσε να περπατήσει ανάμεσα στους κόσμους. Αιθεροβατούσε μέχρι που σαν καθοδηγητής ήρθε ο ίδιος ο Όντιν! Θυμήθηκε και που την προειδοποίησε τι χρειαζόταν κι ωστόσο δέχτηκε να την καρφώσει με τη λόγχη του ώστε να πεθάνει και να επανέλθει με τη γνώση και την πίστη που χρειαζόταν…»

«Πατέρα, Πατέρα είσαι εδώ; Με εγκατέλειψες εντέλει;»
Κι όμως ένιωσε τελικά και με βαθιά ανακούφιση που έβγαινε από όλο το είναι της τη διάχυτη παρουσία του που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά της.
«Ποτέ δεν έφυγα από κοντά σου κόρη μου, εσύ ήσουν αυτή που νόμιζε πως είχα φύγει.»
«Γιατί ήταν και η παρουσία σου στη λόγχη; Λες κι ήταν και τα χέρια σου πάνω σ’ αυτή;»
«Θα καταλάβαινες;»
«Μπόρεσα να ανοιχτώ σε ένα μέρος από την αλήθεια για την οποία μιλούσε ο Ζίγκφριντ. Δεν μπόρεσα να τον καθοδηγήσω. Πρέπει να το κάνω τώρα…αυτό ζητάω. Νιώθω πως είναι το μόνο που μπορώ να κάνω αλλά δεν μπορώ να βρω την παρουσία του! Κι όχι να τον οδηγήσω στη Βαλχάλλα άλλο…πιο πέρα από κει...»
«Η Βαλχάλλα, το ξέρεις καλά, έχει δημιουργηθεί στα αστρικά πεδία για τις ανάγκες των ανθρώπων. Οι ιδέες τους, οι επιθυμίες τους και οι ελπίδες τους μου δώσανε όλα τα υλικά που χρειαζόταν για να βοηθήσω να χτιστεί εκείνος ο τόπος, εκεί όπου θα μπορούσε να συγκεντρωθούν τα υψηλά ιδανικά, το θάρρος, το κουράγιο, η δύναμη, όλος ο ηρωισμός. Εκεί όπου οι ήρωες θα μπορούσαν να ξεκουραστούν πριν σχεδιάσουν προσεκτικά τα επόμενα βήματά τους και αν χρειαστεί να επανέρθουν, να πολεμήσουν πάλι με τις μορφές που οι ίδιοι διάλεγαν με την εσωτερική τους και ανώτερη καθοδήγηση. Μπορούσαν να βρουν ποια είναι τα λάθη τους που τους έφερναν να διορθώσουν και ποια μαθήματα έμεναν να λάβουν πριν η ισχυρή θέληση, νοημοσύνη και αγάπη τους έφερναν στην Κατοικία των Θεών.»
«Πατέρα την έχω δει πως είναι, θαυμαστή! Κι εγώ εξυπηρέτησα καθοδηγώντας όλες εκείνες τις γενναίες ψυχές που ήθελαν να φτάσουν σ’ αυτό το πεδίο. Αλλά για να επανασαρκωθούμε; Εγώ και ο Ζίγκφριντ; Χρειαζόμαστε περισσότερα. Πρέπει να διαβούμε αυτά τα μονοπάτια που δεν διαβήκαμε πριν. Και δεν τον βρίσκω! Βοήθησέ με Πατέρα! Βοήθησέ με να τον καθοδηγήσω αν δεν έχει καθοδηγηθεί ήδη!»
«Κόρη μου είμαι κοντά σου…Κι ο Χαγκάνο επίσης. Τον βοήθησα κι αυτόν σαν πήρε τη απόφασή του. Δύσκολη η απόφασή σου αλλά μην ξεχνάς πως την επέλεξες Επιλογέα.»
Κι η Μπρουναχίλντ ξέσπασε σε κλάματα. Κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει.

Τώρα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός ακόμα. Γύρισε και χάιδεψε τη φοράδα στη μουσούδα της τρυφερά και με όση αγάπη είχε απομείνει. Της φάνηκε πως είδε και το πρόσωπο της Θεάς να χαμογελά από πάνω της. Θυμήθηκε τη μητέρα της, τη μητέρα που έψαχνε κάποτε απελπισμένα για να χωθεί στην απέραντη αγκαλιά της. Πάντα έβλεπε τη Μητέρα της σαν αντιστάθμισμα του Πατέρα της. Ο Ζίγκφριντ πριν πεθάνει είχε πει πως έβλεπε τη Μεγάλη Μητέρα που τον καλούσε για να δει την αλήθεια. Που θα πήγαινε ο Ζίγκφριντ τώρα; Που θα έβρισκε την αλήθεια αυτός και ο λύκος εαυτός του; Έπρεπε να ψάξει. Δεν χρειαζόταν να ζητήσει από Εκείνη με λόγια, ένιωθε παντού τη διάχυτη παρουσία της, στη ζωή και στο θάνατο.
Κοιτώντας τη φοράδα τρυφερά και ευγνωμονώντας που δεν είχε χάσει την ιππεία της προσπάθησε να της δείξει τι ήθελε τελικά από κείνη. Και να μη φοβόταν, ότι και να γινόταν δεν θα την άφηνε…Ήταν κομμάτι της Μητέρας… Έπιασε και το δαχτυλίδι που άστραφτε στο μπράτσο της σαν τον πύρινο κύκλο που έβλεπε να καίγεται μπροστά της και κάποτε καιγόταν ένας παρόμοιος γύρω από κείνην. Το ξόρκι της εξιλέωσης…

Ήδη μύριζε καπνισμένος ο αέρας φέρνοντας τις πρώτες στάχτες στο μέτωπό της δίνοντας το σημάδι πως έπρεπε να βιαστεί. Η Γκράνι χαμήλωσε τη μουσούδα της μετά από την παρότρυνσή της και η Μπρουναχίλντ ανέβηκε πάνω της πιάνοντας απαλά τη χαίτη της. Είχε προτιμήσει να μη της βάλει τίποτα χαλινάρια ή σέλα. Και τα γκέμια που φορούσε της τα αφαίρεσε προ πολλού. Έπρεπε να νιώθει άνετα, να αισθανθεί και να είναι ελεύθερη.
Κοίταξε τον κόσμο που αντίκριζε ακόμα με δέος, τραγούδια και μοιρολόγια τη φωτιά κι ανέβηκε γρήγορα με τη Γκράνι το λόφο. Οι γυναίκες συνέχιζαν να μοιρολογούν τους ήρωες ενώ οι άντρες τους αποχαιρετούσαν μακαρίζοντάς τους που κανείς δεν μπορούσε να φτάσει τη δύναμή κι ανδρεία τους. Ο Γκούντορμ κι ο Γκίσελχαρ στέκονταν πίσω από τη Γκουντρούν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να την πιάσουν αν εκείνη έπεφτε προς τη φωτιά, αλλά εκείνη στεκόταν ολομόναχη στην απομόνωσή της με τις σκιές των αδερφών της να διαγράφονται μπροστά της στις φλόγες. Ο Γκούντοχαρ σκούπισε διακριτικά τα δάκρυα που άρχιζαν να κυλούν στο μάγουλό του και ύψωσε το κέρας του Ζίγκφριντ έτοιμος να σημάνει την είσοδό τους στον άλλο κόσμο ώσπου είδε ξαφνικά δυο κοράκια να διαγράφουν οχτάρια πετώντας επικίνδυνα κοντά και να κάθονται στη φλαμουριά κοντά στο λόφο. Ένιωσε ένα ρίγος χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί. Κι εκείνη τη στιγμή που τα κοιτούσε, ξεχώρισε την παρουσία της Μπρουναχίλντ στο λόφο.

Ο έντονος θόρυβος όμως που έκαναν οι οπλές του αλόγου και οι πέτρες που έπεφταν στο πέρας του έκαναν φανερή την παρουσία της και στους υπόλοιπους. Ο καλπασμός του αλόγου αυξανόταν σε όλο και πιο βίαιος κι αφηνιασμένος και ακούστηκε μια κραυγή ή ένα τρελό γέλιο από τα χείλη της παρόμοιο με αυτό που ακουγόταν νωρίτερα στην πεδιάδα. Η Μπρουναχίλντ κατέβαινε με όλη την φόρα και άγρια ορμή της και πριν καταλάβουν τι ακριβώς έκανε, με μια βίαιη κίνηση ώθησε απότομα τη φοράδα της πέρα από το έδαφος του λόφου προς τη φωτιά!
Το πήδημα αυτό που έκανε διέγραψε μια τοξοειδή τροχιά και για μια στιγμή έδωσε την εντύπωση πως θα μπορούσε να πετάξει στον αέρα όπως η Βαλφρέγια ή οι Βαλκυρίες των θρύλων. Η Μπρουναχίλντ προσγειώθηκε με στοχευμένη ακρίβεια στο κέντρο της νεκρικής πυράς του Ζίγκριντ του οποίου τη σωρό οι φλόγες έγλυφαν ήδη επικίνδυνες. Ω Θεοί, δεν υπήρχε τρόπος να βγει από κει παρά το ότι είχε το άλογο μαζί της! Φωνές και μουρμουρητά διέφυγαν από όλους όταν την είδαν να αγκαλιάζει τον Ζίγκφριντ και να υψώνει το σπαθί του που κειτόταν στο πλάι του. Πριν προλάβουν να δουν αν όντως χρησιμοποίησε τον εαυτό της ως θήκη του σπαθιού, ο πύρινος κύκλος τους έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά τους κρύβοντάς τους από τα αδιάκριτα μάτια των αμύητων.

Περίμεναν για λίγη ώρα ώσπου ξαφνικά ακούστηκε αυτός ο θόρυβος, αυτή η έκρηξη και το μπουμπουνητό που ακολούθησε. Σαν κάτι που ξεσπούσε, οι φλόγες τινάχτηκαν δυνατότερα και ψηλότερα λες κι ήθελαν να φτάσουν τον ουρανό! Ακολούθησε κι αυτή η ξαφνική μπόρα από το πουθενά που έβρεχε με ορμή τα πάντα σβήνοντας τα φλογώδη ξεσπάσματα και τα απομεινάρια των πυρών. Η έντονη βροχή οδήγησε τους ανθρώπους να καταφύγουν στην ασφάλεια της πόλης και των σπιτικών τους αφήνοντας την να παρασύρει και το τελευταίο ίχνος από τις στάχτες που ήταν κάποτε ο Χάγκεν, ο Ζίγκφριντ και η Μπρουναχίλντ.
Δεν είχαν φύγει όλοι όμως με φούρια λόγω της θυμωμένης μπόρας ή της επιτακτικής ανάγκης να εξιστορήσουν τα καθεστώτα στους δικούς τους. Λίγοι είχαν μείνει ακόμα, παρά τη βροχή που τους μούσκευε με δύναμη και λιγότεροι από αυτούς κοιτούσαν ψηλά, όπου έφταναν πριν οι φλόγες, προσπαθώντας να κατανοήσουν τι έγινε…ή τι είδαν. Ο Γκούντερ προσπάθησε να σταθεί μάρτυρας. Η Γκουτρούν όμως ήταν μία από αυτούς. Και θα έλεγε πως της φάνηκε σαν να είχε δει μέσα από τις φλόγες τη Μπρουναχίλντ να συνεχίζει να είναι καβάλα στη Γκράνι και να πιάνει από το χέρι τον Ζίγκφριντ που με προθυμία την ακολουθούσε προς όποιον κόσμο κι αν τον οδηγούσε, όποιον κόσμο κι αν τους δεχόταν, αν όντως τον οδηγούσε κάπου. Δεν ήξερε τι να πιστέψει, αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να είδε κάτι τέτοιο ή ήταν η απελπισμένη ιδέα του μυαλού της και κοίταξε γύρω της λες κι έψαχνε μια απάντηση. Μες στη σκοτεινιασμένη υγρασία αναγνώρισε τη Ρέγκινλεϊφ που στεκόταν πιο πέρα και την πλησίαζε. Μια ματιά στο πρόσωπό της την έκανε τελικά να ρώτησε:
«Πήγανε στη Βαλχάλλα;»
Η Ρέγκινλεϊφ έδειχνε απίστευτα ήρεμη. «Δεν ξέρω αλήθεια…αλλά όπου και να ‘ναι, φύγανε μαζί…»
Από πίσω τους ακουγόταν χαμηλόφωνα το τραγούδι του Γκούντερ και φτερά κορακιού πέταξαν προς το πρόσωπο της Γκουντρούν. Από μακριά, χολωμένα ακούστηκε μια κραυγή λύκου.


Και όταν όλα γυρίσουν άνω κάτω
Κι ο δρόμος το τέλος του θα επιστάζει
Ο μακρινός αχός που θα οδηγείτο
Η κραυγή του Λύκου προς το Κοράκι…




Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ο Λύκος & το Κοράκι


 Η ιστορία είναι ήδη γνωστή και έχει τραγουδηθεί πολλές φορές μέσα από τους αιώνες, τόσο που τραγουδιέται ακόμη και σήμερα. Και έχει αλλάξει τόσες πολλές μορφές στα χέρια του κάθε τραγουδοποιού. Την πήρα, την έδεσα με τους πιο παλιούς και πιο ακέραιους μύθους που μπορούσα να βρω κι όπου έλειπε κάτι ή έμενε αναπάντητο, άφηνα την έμπνευση και τη φαντασία να με καθοδηγεί. Βγήκαν διάφορα κομμάτια κι ένα από αυτά είναι το παρακάτω που δεν βρίσκεται ούτε στην αρχή, αλλά ούτε και στο τέλος του όλου έπους. 
Θα το παραθέσω σε δύο συνέχειες. Μπορεί να έχει τη μορφή ενός απλού διηγήματος όπου προσπάθησα να επεξηγήσω τα όσα είχαν προηγηθεί ή να ρίξω υπόνοιες για το τι μέλλει να γίνει, αλλά μπορεί και κάποτε να ολοκληρωθεί, να πάρει την ολοκλήρωση και τη συνέχεια που του αξίζει.
Η ιστορία έρχεται από τον Βορρά, από άγριους τόπους όπου η μάχη με τη φύση και τους άλλους ανθρώπους ήταν αδυσώπητη, πιο σκληρή όμως ήταν η μάχη με τον ίδιο τον εαυτό. Κάτι που γίνεται και στις μέρες μας.
Μιλάει για ένα καταραμένο δαχτυλίδι που έκανε το κύκλο του και τι προκάλεσε σε όσους τόλμησαν να το αγγίξουν στο διάβα του....

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

«Ζίιιγκφριντ!», ούρλιαξε, «Ζίγκφριντ καιρός να εμφανιστείς!»
Κι εμφανίστηκε μπροστά της σαν να ανταποκρίθηκε στο θυμωμένο κάλεσμά της. Όμως ήξερε καλύτερα, ο Ζίγκφριντ σπάνια υποχωρούσε κι ότι κι αν ήταν, τολμούσε να το αντιμετωπίσει. Το ίδιο κι εκείνη, τις περισσότερες φορές τουλάχιστον.
Ωστόσο στεκόταν μπροστά της πεζός και όχι καβάλα στο άλογό του. Και στεκόταν απλά, χωρίς έστω να κάνει καμιά κίνηση με το σπαθί του στο χέρι, το οποίο κρατούσε χαλαρά αφημένο προς το έδαφος. Ούτε καν στραμμένο προς το μέρος της. Κι όμως ήταν στητός, θαρραλέος, ενώ ήξερε πως εκείνη, καβάλα στη Γκράνι, είχε το πλεονέκτημα. Ήξερε πως όποια γρήγορη κίνηση κι αν έκανε, μπορούσε να του επιφέρει ακαριαίο χτύπημα πριν καν προλάβει να ανασάνει. Όλα αυτά τα γνώριζε φυσικά.  
Μήτε η ίδια όμως έβγαζε κάποια ένδειξη ότι θα διέγραφε κάποιο χτύπημα ή έστω κάποια κίνηση προς τη μεριά του…
Ούτε καν ξαναεκστόμισε αυτή τη διαπεραστική ξορκιστική κραυγή που συνηθίζουν να εξαπολύουν οι Βαλ Κύρη στις μάχες φωνάζοντας το όνομά του. Τράβηξε τα γκέμια της Γκράνι και ήρθε ακριβώς μπροστά του, περνώντας τον έτσι κατά πολύ παραπάνω από ένα κεφάλι…
Με μια κάπως αιφνιδιαστική κίνηση κατέβηκε από το άλογο. Ήθελε να τον αντιμετωπίσει σε μια ίση μάχη, όχι μόνο γιατί το υπαγόρευαν οι άγραφοι κανόνες της μονομαχίας, αλλά γιατί όντως το ήθελε. Γιατί αυτή τη στιγμή ούτε καν η ίδια μπορούσε να βρει τι να κάνει ακριβώς. Έπρεπε να μη σκέφτεται οτιδήποτε, ούτε καν να σκεφτεί ότι μπορεί να παραλύσει, όχι τώρα, όχι αυτή τη στιγμή!
«Πατέρα», μουρμούρισε από μέσα της, «κάποτε μου έδειξες το αληθινό σου πρόσωπο στη μάχη και δεν ήταν εκείνη η κόκκινη και μαύρη θύελλα φρένητας που έβλεπαν οι περισσότεροι, αλλά είδα το δάκρυ που έπεφτε από το μοναδικό ζωντανό σου μάτι. Μητέρα όμως κι εσύ, ακόμη και με την ολάνοιχτη αγκαλιά σου στην οποία μπορούσες να χωρέσεις κάθε δημιούργημά σου, ακόμα κι εσύ μπορούσες να γίνεις κόκκινη κι άγρια σαν λέαινα στη μάχη ή που μόλις έχασε τα μικρά της…Σας ζητώ…σας παρακαλώ να βρω το κουράγιο να προχωρήσω μπρος, να τον αντιμετωπίσω με ότι κι αν συνεπάγεται. Κι ας ένας από τους δυο μας πεθαίνει. Νιώθω πως η ψυχή μου δεν θα ησυχάσει αν δεν αναβλύσει το αίμα ζεστό…Πάντα θα κραυγάζει απεγνωσμένα στις ερημιές…»
«Ζίγκφριντ Ζίγκμουντσον!» τον φώναξε ξανά ώστε να ανακτήσει παράλληλα την αυτοκυριαρχία της. «Δεν περνάς Ζίγκφριντ, γιε του Ζίγκμουντ! Δεν περνάς αν δεν πληρώσεις!»
Ο Ζίγκφριντ κίνησε το κεφάλι του και την κοίταξε με έκπληξη. Όχι επειδή ερχόταν κατευθείαν προς το μέρος του, το περίμενε ήδη αυτό, εδώ και κάμποσο καιρό για την ακρίβεια. Ήταν τα λόγια της…Του έφερναν θύμησες και τον έκαναν να αρχίζει να σκέφτεται διαφορετικά. Πως το αλλοτινό παιχνίδι των παιδικών τους χρόνων έγινε προάγγελος του θανάτου τους; Τουλάχιστον για έναν από τους δύο;
«Έτσι νομίζεις Μπρουναχίλντ, κόρη του Όντιν;» της έδωσε την ίδια απάντηση που έδινε και κάποτε στο παιχνίδι τους. «Να ‘μαι εδώ, εμένα δεν ήθελες; Να ‘μαι έτοιμος».
Έσφιξε το Γκραμ, το σπαθί της μοίρας με τα δυο του χέρια. Τώρα θα το αποκαλούσε σπαθί της μοίρας, του πεπρωμένου. Γιατί όλα έδειχναν πως οδηγούσαν σ’ αυτό, το πεπρωμένο του. Αλλά περίμενε…περίμενε να κάνει εκείνη την πρώτη κίνηση. Για κάποιο λόγο δεν θα άντεχε να ήταν αυτός που άρχισε τη μάχη, εξάλλου ήταν εκείνη που την αποζητούσε. Εκείνος απλά την είχε φέρει σε εκείνο το σημείο. Αν και μετάνιωνε σφοδρά τώρα για αυτό. Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω... Αν μπορούσε να είχε καταλάβει νωρίτερα… Αν μπορούσε να δει τον εαυτό του πέρα από έναν ήρωα πολεμιστή. Αν μπορούσε να προσεγγίσει τα ίδια πράγματα ή γεγονότα με τη βαθιά πίστη και ευγνωμοσύνη ενός μάγου…Ήταν όμως αργά πια…
Γιατί όμως καθυστερούσε εκείνη; Την έβλεπε ήδη έτοιμη, πολεμίστρια. Καθυστερώντας έκανε απλά την αναμονή χειρότερη…Γιατί εκείνος ήταν έτοιμος, παραδομένος πια στη μοίρα του. Έτοιμος για ότι προκύψει…
Εκείνη όμως είχε μάθει τόσα πολλά και γρήγορα και κουβαλούσε ήδη πολλές γνώσεις η ψυχή της. Τόσο που δεν άντεχε άλλο. Τις είχε παραδώσει. Την έκαναν να ξεχάσει τη χαρά της πίστης. Το μόνο που της έμεινε ήταν το κουράγιο και η αποφασιστικότητα ενός πολεμιστή.
«Άντε Μπρουναχίλντ» ψιθύρισε αλλά όχι τόσο δυνατά ώστε να τον ακούσει. «Άντε, τι περιμένεις; Σκότωσέ με. Να ησυχάσουμε επιτέλους και οι δυο».
Απ’ την άλλη πλευρά όμως ο ιδρώτας ήδη διέγραφε ελαφρά το πέρασμά του από τον κρόταφό της Μπρουναχίλντ. Τον ένιωσε και κατάλαβε πως φοβόταν…όχι να τον πολεμήσει, αυτό ήταν το πιο εύκολο. Αλλά να υψώσει χέρι εναντίον του. Γιατί όμως να δειλιάσει τώρα, τώρα που έπρεπε να τα δώσει όλα; Γιατί να αρχίζει να σκέφτεται πράγματα που ήταν από καιρό ξεχασμένα;»
«Ω Μητέρα, ω Θεά, το ξέρω πως δεν σου ζητάω συνήθως, αλλά βοήθησέ με τούτη τη στιγμή! Πρώτη φορά δεν ξέρω τι να κάνω! Ω Θεά, το ξέρω πως έχω αφήσει εδώ και πολύ καιρό την ενόραση, αλλά δείξε μου σε παρακαλώ τι πρέπει να κάνω! Δεν έχω τίποτα πια, δεν έχω καμιά απολύτως ένδειξη! Ούτε τι προστάζει η απελπισμένη καρδιά μου δεν ξέρω! Η μισή είναι βουτηγμένη στο μίσος και διψάει για την ανακούφιση που θα φέρει το αίμα, η άλλη όμως θυμάται ακόμη το κοινό μας παρελθόν…»
«Άντε κι εσύ, ύψωσε τη λάμα του σπαθιού σου, του πεπρωμένου σου Ζίγκφριντ! Κάνε την κίνησή σου επιτέλους για να βρω τον εαυτό μου! Έλα, δείξε μου το αληθινό σου προσωπείο, αυτό που ανακάλυψα πριν λίγες μέρες και με έκανε να καταλάβω από πού πηγάζει όλο μου το μίσος! Κούνησέ την επιτέλους τούτη τη λάμα! Άντε και την έχεις τρίψει τόσο πολύ λες και την έχεις φέρει για να αστράφτει σήμερα. Είχες σκοπό να με τυφλώσεις ή να πας με όλη τη λαμπερή σου δόξα στο θάνατο;»
Δεν ξέφυγε από το αεικίνητο μάτι του Ζίγκφριντ ότι το φως που αντανακλούσε πάνω της από τη λάμα την έκανε να τραβήξει το βλέμμα και να αρχίζει να υποχωρεί λίγο. Ίσως αν την ακινητοποιούσε τελικά να μην ήθελε να τον εκδικηθεί πια. Γιατί σίγουρα ο ίδιος δεν ήθελε καθόλου μα καθόλου να την σκοτώσει. Σήκωσε λοιπόν πιο ψηλά το σπαθί του με τη λάμα του στραμμένη προς το ίδιο σημείο, αργά αργά προσέχοντας να μην κάνει καμιά απότομη κίνηση ή κάτι που να έδειχνε σαν κίνηση επίθεσης.
«Τελικά αυτή η λάμα είναι πολύ δυνατή, το φως κρύβει πολύ δύναμη», οι σκέψεις συνέχιζαν να κατακλύζουν την Μπρουνχίλδη, «το ίδιο δυνατή σαν…σαν τον πύρινο κύκλο ολόγυρα μου, που φώτιζε τα πάντα λες και ήταν η μέρα νύχτα και τίποτα δεν άφηνε να πλησιάζει. Κι ήμουν μόνη εκεί, μόνη να περάσει η φωτιά χωρίς να με αγγίξει ή να πεθάνω καιγόμενη στον ύπνο μου. Ολομόναχη και αδύναμη να αντιμετωπίσω οτιδήποτε ερχόταν. Σάμπως εδώ, σ’ αυτή τη πεδιάδα, τούτη τη μέρα, δείχνει να υπάρχει άλλος κανείς; Άλλος κανείς πέρα από μένα και τον Ζίγκφριντ
Φωτιά και λαύρα, αποκαΐδια και θάνατος, αιώνιος ύπνος…Κι εκείνη κοιμόταν…τον ύπνο του απέθαντου. Να μη ξέρει αν ήταν ζωντανή να μπορούσε να κινηθεί, να μη ξέρει αν ήταν νεκρή να ελευθερωνόταν επιτέλους από τα δεσμά της…Να νιώθει ταυτόχρονα τόσο κουρασμένη, τόσο ναρκωμένη, αλλά και πάλι να μη μπορούσε να έχει τη ξεκούραση που ο απλός ύπνος μπορούσε να φέρει…Τίποτα να μην έδειχνε ότι μπορούσε να τη γλυτώσει από το μαρτύριο που την πύκνωνε όλο και πιο πολύ τρεφόμενο από την ίδια την αγωνία της ψυχής της.

Και ξαφνικά κάτι να τη διαταράζει, να διαταράζει τη φλεγόμενη ησυχία της και την αιώνια πάλη που γινόταν μέσα της. Ένα ποδοβολητό αλόγου από μακριά, ένα ταχύ κοντύτερο περπάτημα, ένα πήδημα, ένας άνδρας να την κοιτάζει, να τον βλέπει κι εκείνη παγιδευμένη από κάποια άλλη διάσταση κι ας το σώμα της που ήταν δεμένο εκεί είχε κλειστά τα μάτια του. Να την πλησιάζει…να νιώθει την ανάσα του εξίσου καυτή πάνω της…Να βγάζει την ελαφριά περικεφαλαία του και να ανακατεύει τα μαλλιά του με ανησυχία…Να ψιθυρίζει το όνομά της όπως πάντοτε την ήξερε…Μπρουναχίλντ!»
Ω! Η Θεά μόλις της έδωσε το σημάδι που τόσο αποζητούσε!! Την ίδια στιγμή που είχε ανυψώσει επιτέλους το σπαθί της! Όλο αυτό το διάστημα δεν έβλεπε μπροστά της, κοιτούσε αλλού! Ω να πάρει! Δεν μπορούσε να τον σκοτώσει η ίδια! Όχι εφόσον ήταν αυτός που την ελευθέρωσε τελικά από τον καταραμένο πύρινο κύκλο-φυλακή της! Δεν ήταν τα γαλανά μάτια του Γκούντερ τα πρώτα που αντίκρισε, αλλά τα γκρίζα σαν λύκου μάτια του Ζίγκφριντ!
«Να πάρει και να σηκώσει ο Όντιν!» φώναξε και έβρισε κατεβάζοντας το σπαθί της. «Να σε πάρει Ζίγκφριντ!» συνέχισε βλέποντας πως κι αυτός κατέβαζε με έκπληξη αλλά και με κάποια κρυφή λαχτάρα και το δικό του σπαθί. «Εσύ ήσουν! Εσύ ήσουν που μπήκες στη φωτιά και με ξύπνησες! Με απελευθέρωσες! Αλλά δεν με ξύπνησες για πολύ! Με άφησες απλά έγκυο και έφυγες! Κι έστειλες άλλον να με βγάλει από κει. Γιατί το έκανες αυτό; Γιατί; Ήσουν ήδη παντρεμένος; Και γιατί δεν μου είπες τίποτα; Και γιατί μου έβαλες στο μπράτσο αυτό το καταραμένο δαχτυλίδι σαν μοναδική απόδειξη της ύπαρξής σου και αργότερα πάλι με δόλο το πήρες πίσω;»

«Γιατί ήταν η μόνη στιγμή που ένιωσα εκείνο τον παράλογο φόβο» της φώναξε σαν να ήθελε κι αυτός να βγάλει από μέσα του όσα κρατούσε τόσο καιρό. «Μπήκα στη φωτιά γιατί δε φοβόμουν, γιατί ήθελα να σώσω τη γυναίκα που άκουσα ότι ήταν παγιδευμένη στο κέντρο της. Γιατί ήθελα να εκτελέσω κι αυτόν τον άθλο, να γίνω ο ήρωας που είμαι! Γιατί ήθελα να καταφέρω να σε σώσω, να ξεπλύνω το αίμα του δράκου από πάνω μου....»

 «Δεν ήξερα καν αν ήσουν ζωντανή ή νεκρή, παρόλα αυτά το έκανα. Κι όταν σε άγγιξα, όταν αναγνώρισα ποια ήσουν, ναι εκεί τρόμαξα! Κι αφού σε απελευθέρωσα και βεβαιώθηκα ότι ήσουν ζωντανή, σε άφησα ασφαλή στη σπηλιά και…έφυγα. Έφυγα στην ουσία για να σε ξεχάσω. Έκανα όμως κι άλλο λάθος, δεν δίνουν σε κάποια που ελπίζουν να ξεχάσουν το δαχτυλίδι τους, ότι είχαν πάνω τους, σαν απόδειξη της ανάμνησής τους. Περίμενα πως θα μπορούσα να ξεπληρώσω το φονικό που έκανα παλιότερα αν μπορούσα να σε σώσω, αλλά τόσο μεγάλη ανταμοιβή αλήθεια δεν περίμενα. Βρήκα το άλλο μου μισό…όπως μου αποκαλέστηκες τότε Ζιγκντρίφα…μου έφερες τη νίκη. Σε πρόδωσα όμως, ναι το ξέρω…και μαζί με σένα πρόδωσα και τη ψυχή μου…»
Η Μπρουνχίλδη κατέβασε ακόμα περισσότερο το ξίφος της αλλά δεν γύρισε να τον κοιτάξει άλλο. «Φύγε Ζίγκφριντ, φύγε! Σου τη χαρίζω…πάλι διότι εσύ ήσουν αυτός που με ξύπνησε αλλιώς θα ήμουν παγιδευμένη…ποιος ξέρει για πόσο καιρό! Αλλά…αλλά γιατί στο όνομα της μοίρας δε μου είπες κάτι πρωτύτερα;»
«Θα με πίστευες;» τη ρώτησε με μια αμυδρή ελπίδα ο Ζίγκφριντ.
«Φύγε! Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, που με αφύπνισες εσύ ή να κοιμόμουν ακόμη; Κι όλον αυτόν τον καιρό με κοροϊδεύατε, εσύ και η Γκουντρούν, ακόμη και ο Γκούντερ, πίσω από την πλάτη μου! Κι ήμουν τόσο μπερδεμένη κι ανύποπτη. Φύγε από δω, καλύτερα να μη σε ξαναδώ γιατί την επόμενη φορά θα είμαι ανελέητη!» Έστριψε τελείως το κεφάλι της από την άλλη ώστε να μην τον αντικρίζει.
«Τι; Είσαι τρελή; Τόσο καιρό αποζητούσες εκδίκηση και τώρα θα τον αφήσεις απλά να φύγει;» άκουσε τον Χαγκάνο να της φωνάζει, θυμόμενη τελικά πως κι αυτός, αν και βρισκόταν μακρύτερα, ήταν μέτοχος της σκηνής.
«Ναι Χαγκάνο, τα όποια σχέδια κάναμε, ματαιώνονται. Αυτή είναι η τελική μου απόφαση. Μάζεψε κι εσύ το όπλο σου κι ας πάει κι αυτός στη γυναικούλα του που τόσο τον περιμένει. Το ξέρω πως θα σου άρεσε η ιδέα να βασίλευες εσύ στο πλευρό της, στη θέση του Ζίγκφριντ, αλλά αυτό δεν θα γίνει και η Γκουντρούν δεν πρόκειται να αγαπήσει εσένα όσο τον Ζίγκφριντ…Άδικος κόπος αγαπημένε μου αδερφέ!» του αποκρίθηκε.
«Παρά τα τόσα κι αυτά που ειπώθηκαν τώρα, ξέρω όμως κι εγώ ότι δεν πρόκειται να αγαπήσω ποτέ άλλην με την ίδια ένταση που αγάπησα εσένα Μπρουναχίλντ!» της φώναξε ευθύς ο Ζίγκφριντ σε μια ύστατη προσπάθεια να σταματήσει να τον διώχνει και να γυρίσει να τον κοιτάξει, παρά την οργή του Χαγκάνο που ακόμα τους παρακολουθούσε. Είχε καταλάβει πια πως ήταν η τελευταία του ευκαιρία να αποκαταστήσει όσα έπρεπε να είχε ήδη κάνει.
Όμως, αν και γύρισε τελικά προς το μέρος του, του είπε: «Δεν νομίζω Ζίγκφριντ, όχι μετά όπως έγιναν έτσι τα πράγματα. Όχι μετά από τόσο καιρό που ήμουν η γυναίκα του κουνιάδου σου! Όχι! Έχω καλύτερα σχέδια να κάνω! Εξάλλου, αν κάποτε ήμουν ερωτευμένη…ήμουν ερωτευμένη με αυτόν που ήρθε και με έβγαλε από τη φωτιά, δεν είμαι πια! Έχω εξαντληθεί και η ψυχή έχει μου αδειάσει. Με περιμένει μόνο να βρω την αληθινή μου πατρίδα, που δεν ξέρω ποια είναι. Μήτε στους Ούνους, μήτε στους Βουργούνδους, μήτε στους Μαρκομάννιους όπου είναι η αδερφή μου, αλλά ούτε στη φυλή της μητέρας μου ή στις Βαλ Κύρη! Πρέπει να βρω ποια είναι η αληθινή μου πατρίδα…και για αυτό να φύγω…ξανά.»
Κίνησε και έπιασε τη χαίτη της φοράδας της σηκώνοντας το πόδι της για να καβαλικέψει αυτήν που ήταν τελικά η μόνη που έμεινε πιστή σε κείνη όλον αυτόν τον καιρό. Έκανε και νόημα στον Χαγκάνο να κινηθεί κι αυτός πιο πέρα. Είχε αρχίσει να πλησιάζει επικίνδυνα κοντά και δεν της άρεσε.
«Μπρουναχίλντ!» ακούστηκε ξανά η ίδια φωνή επιμένοντας να μην την αφήσει τόσο εύκολα κι ας ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο. «Μπρουναχίλντ, φύγε αν χρειαστείς, θα το καταλάβω καλά. Αλλά πες μου, πες μου ότι δεν ένιωθες ποτέ κάτι για μένα! Ακούγομαι παράλογος ακόμα και τώρα. Έψαχνα όλη μου τη ζωή την οικογένειά μου και η μόνη αληθινή οικογένεια που ήξερα ήταν μπροστά μου. Πες μου ότι δεν ήταν τα αισθήματά σου που σε απέτρεψαν από το να με σκοτώσεις! Γιατί εκείνη τη στιγμή, πίστεψέ με, πραγματικά το ήθελα…»
Αντί για απάντηση η Μπρουνχίλδη γύρισε και τον κοίταξε, αργά αλλά σταθερά. Ο Ζίγκφριντ παρέμενε το ίδιο πεισματάρικο αγόρι, το ίδιο άφοβο και θαρραλέο πλάσμα που δεν έλεγε να χάσει την αθωότητα ενός αιώνιου παιδιού κι ας ήταν κατάκοπος από τις ευθύνες και τη σοβαρότητα ενός ενήλικα.
«Ήδη απαρνήθηκα την εκδίκηση μου, μην κατακρατάς τη γενναιοδωρία μου για κάτι για το οποίο εσύ ο ίδιος ξέρεις καλά ότι δε μπορώ να μιλήσω εύκολα Ζίγκφριντ Ζίγκουρντ.»
«Απαρνήθηκες κι εμένα;» επέμεινε. «Μετά από όλα όσα έχουμε περάσει…δεν βαρέθηκες άλλο πια; Αυτήν την κατάσταση…το μίσος, τον δόλο, την απάτη…»
Η Γκράνι είχε ήδη χαμηλώσει για να τη βοηθήσει να ανέβει. Ο Χαγκάνο είχε απομακρυνθεί μετά την προτροπή της και δεν τους άκουγε πια από εκεί που βρισκόταν, αλλά ήταν φανερό πως δεν του άρεσε που κρατούσαν ακόμη τη συζήτηση. Κι εκείνη ένιωθε…ναι πως ήταν καιρός πια να ξεκαθαριστούν τα πράγματα!
Κατέβασε το πόδι της που είχε μείνει μετέωρο. «Ας πούμε και μιαν αλήθεια! Σε είχα απαρνηθεί ήδη όταν με άφησες πάλι ναρκωμένη, μη ξέροντας τι ακριβώς μου είχε συμβεί, αν είχα ελευθερωθεί ή όχι. Τι στο καλό σκεφτόσουν; Και γιατί επιμένεις τώρα, μην πάρει η Χέλα; Ζίγκφριντ Ζίγκουρντ ως τώρα έδειχνες πως η Γκουντρούν, να την αποκαλέσω επίσημα Γκριμχίλδη η νεότερη, ήταν η σύζυγος που πάντοτε ήθελες και η Βουργουνδία η οικογένεια που επιτέλους μπορούσες να βρεις και να ανήκεις.»
«Μπήκα στον πύρινο κύκλο σκεφτόμενος πως η Γκουντρούν-Κριμχίλδη ήταν αυτή που περίμενα για σύζυγό μου. Αυτό όμως άλλαξε σε μια στιγμή, κάτι τέτοιο δεν θα φανταζόμουν ποτέ μου πριν χρόνια. Άλλαξε όταν σε είδα και κοιμόσουν Μπρουναχίλντ, έστω κι αν ταλαιπωρημένη και παγιδευμένη, όταν αναγνώρισα την παλιά σύντροφο των παιδικών μου χρόνων να είχε μεταμορφωθεί σ’ αυτό το…θεσπέσιο και λαμπερό πλάσμα! Γιατί παρά τα όσα σου είχαν κάνει οι Βαλ Κύρη, εκείνη τη στιγμή αναγνώρισα το μεγαλείο της ψυχής σου. Έφυγα ελπίζοντας πως θα σε ξεχνούσα, πως θα καταλάβαινα πως δεν ήσουν εσύ ο σκοπός μου και θα γυρνούσα στη Γκουντρούν. Παντρεύτηκα τη Γκουντρούν με ενθουσιασμό για να μπω σε μια οικογένεια επιτέλους, σε μια αγέλη. Βεβαιώθηκα πως θα υπήρχε κι άλλος να σε πάρει από κει, να σε βγάλει από τη φυλακή σου! Θα σου έδινε ασφάλεια σαν μετριαζόταν τελικά η φωτιά. Κι έτσι ήμουν εγώ που έβαλα την ιδέα στον Γκούντερ, εγώ που τον βοήθησα να σε ελευθερώσει ξανά. Το μετάνιωσα όμως…με κάποιον τρόπο το μετάνιωσα μετά που σε έβλεπα τελικά να γίνεσαι η σύντροφος στο πλευρό του Γκούντερ και που είχα την ευκαιρία να σε ξαναγνωρίσω καλύτερα. Αλλά εσύ έδειχνες τόσο ερωτευμένη μαζί του και χαρούμενη στο πλάι του! Και δεν θυμόσουν τίποτα! Κι έκανες ωστόσο του κεφαλιού σου όπως πάντα! Ήμουν από τη μια ανακουφισμένος που ελευθερώθηκες, που κατάφερα να σου δώσω κάτι, ένα σπιτικό, μια σιγουριά έστω και μέσω ενός άλλου άνδρα. Απ’ την άλλη όμως μισούσα τον Γκούντερ που είχε κατά περίεργο για μένα τρόπο, το μυαλό και την καρδιά σου αν και δεν μπορούσε πραγματικά να σε καταλάβει…»
Ενώ έπρεπε να σταθεί και να τον αντιμετωπίσει με σκληρή λογική και μόνο, η Μπρουναχίλντ δεν μπορούσε να αποφύγει να νιώθει την καρδιά της να σφίγγεται. Ήταν σίγουρα δεινή πολεμίστρια, είχε αποδείξει τις ικανότητές της στις μάχες των Βαλ Κύρη και ήταν γυναίκα που δεν δίσταζε να βασίζεται στον εαυτό της, αλλά ήταν ταυτόχρονα και γυναίκα που ήθελε να ακολουθήσει αυτό που πραγματικά επιθυμούσε με τη δύναμη της ψυχής της. Και πάνω από όλα αναγνώριζε την αλήθεια. Σαν άντρας μπορούσε να δει τη ξεκάθαρη αλήθεια. Κι είχε δίκιο ο Ζίγκφριντ, όλα ήταν εναντίον τους…και πόσο καιρό ακόμη θα το ανεχόταν;
«Έχασα ήδη πολύ καιρό σ’ αυτόν τον τόπο Ζίγκφριντ, θα ήθελα να βρω ποιος είναι ο αληθινός τόπος για μένα, να μαζέψω όσες Βαλ Κύρη έχουν απομείνει και να αποκαταστήσουμε το όνομά μας…και φυσικά να ξαναδώ την κόρη μου…την κόρη μας… Ξέρεις την αποκαλούν Άσλιουντ, ‘θεϊκή’. Γι’ αυτό αν με αγαπάς όσο λες, άσε με να φύγω!»  Άφησε το άλογο και πλησίασε κοντά του, όχι πια σαν αντίπαλος, αλλά σαν φίλη, σαν μια αγαπημένη από τα παλιά. Τον κοίταξε στα μάτια. «Που ξέρεις, όταν τελικά βρεις αυτό που θέλεις, όταν τελικά εδραιώσεις την ασφάλεια στη ψυχή σου και όταν τα πράγματα καταφέρουν να γίνουν καλύτερα, μπορεί να νιώσεις κάποια νοσταλγία…να βρεις τον τόπο σου…να δεις την κόρη σου…»
Της έφυγε ένα χαμόγελο εκείνη τη στιγμή και πρόσεξε ότι κι εκείνος ετοιμαζόταν να κάνει την κίνησή του. Ωστόσο σταμάτησε τον εαυτό του, έστω και με το ζόρι. Είδε τους μυες του να σφίγγονται. Τι ήθελε; Να την ξανασφίξει στην αγκαλιά του;
Κατάλαβε πως κι εκείνη το ήθελε πολύ. Ολόκληρη η ψυχή της το αναζητούσε. Αλλά δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να κάνει καμιά κίνηση προς το μέρος του. Ήταν ακόμη μουδιασμένη. Έπρεπε να καταλάβει ότι δεν απέκλειε καμιά ελπίδα εντέλει, αλλά ήθελε πολύ χρόνο…πολύ και για να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της.
Τελικά τον είδε να κοιτάζει το χρυσό δαχτυλίδι που χωρούσε μόνο στον καρπό του, για το οποίο ειπώθηκαν με τον καιρό τόσες και τόσες ιστορίες…αλλά και τόσες στενοχώριες. Ο θησαυρός του Ανδβάρι, ο θησαυρός στη κρήνη της Θεάς, που άρπαξαν με απάτη οι άνθρωποι, με βία ο δράκος, με άγνοια ο ήρωας…το έδωσε στις δυο γυναίκες που αγαπούσε και τελικά το ξαναπήρε φορτωμένος με όλα τα βάρη που τούτο έσερνε ακόμα από πίσω του…
«Κάποτε σου έδωσα αυτό το δαχτυλίδι», της είπε, «για να δείξω με κάποιον τρόπο την πίστη μου σε σένα. Σου το πήρα πίσω έστω και με όχι τόσο καλό τρόπο γιατί πίστευα πως δεν είχε και νόημα πια…Τώρα θέλω να το ξαναπάρεις…»
«Όχι Ζίγκφριντ» τον έκοψε, «μη μου δώσεις ξανά αυτό το…καταραμένο δαχτυλίδι.» Γέλασε αλλά ειρωνικά. «Για να μου αποδείξεις την πίστη σου μου έδωσες αυτό το δαχτυλίδι που λέγεται ότι δίνει δύναμη τελικά σε όποιον έχει απαρνηθεί την αγάπη; Μα τι στη Γνώση και στη Μνήμη, στον Χούγκιν και στον Μούνιν, σκεφτόσουν Ζίγκφριντ; Ότι θα απαρνιόμουν στο τέλος την αγάπη μου για σένα; Όχι, τα αισθήματά μου μπορώ να τα νιώσω αγνά τώρα και αν συνεχίσω έτσι θα μπορέσω να βρω τη γαλήνη μου. Από σένα εξαρτάται. Αν θα ακολουθήσεις αυτό που προστάζει ο ηρωισμός σου ή αυτό που σου προτείνει δειλά η καρδιά σου; Τι από τα δύο σε κάνει πιο μεγάλο ήρωα;»
«Πάρ’ το το καταραμένο Μπρουνχίλδη!» ακούστηκε αγριεμένη η φωνή του Χαγκάνο που κάλπαζε με φόρα τώρα προς το μέρος τους. «Πάρ’ το αφού τελικά μόνο αυτό έμεινε! Έδωσα όρκο να σας προστατέψω, δεν με φωνάζουν άδικα Χάγκεν – ‘ο προστάτης’. Κι αυτόν εδώ τον φοβούνται, έχει γίνει επικίνδυνος, το ξέρεις καλά! Σε έχει προδώσει, το είπες η ίδια και παρόλα αυτά τον αφήνεις ελεύθερο; Παρόλο που ζήτησες τη βοήθειά μου! Παρόλο που σε μένα βασίζονται και ο Γκούντοχαρ και τα άλλα αδέρφια; Χωρίς καν να τον αφήσεις να δώσει κάτι σαν εγγύηση; Το ξέρεις πως αυτό το απλό κόσμημα κρύβει μεγάλη δύναμη, με τη σωστή χρήση θα μπορούσε να μας προστατέψει! Κι εσύ τελικά τον αφήνεις ατιμώρητο αλλά και ικανό να γκρεμίσει τα πάντα στο πέρασμά του. Ποιος είναι ο ρόλος μου τελικά εδώ; Ζήτησες ή όχι τη βοήθειά μου;»
«Ναι στη ζήτησα, με βρήκες σε μεγάλη κρίση όπως ήσουν κι εσύ. Ήσουν και ο μοναδικός που δεν έδωσες όρκο αδελφότητας μαζί του. Με όλους δέθηκες με αδερφικό δεσμό εκτός από κείνον, αν και ξέρεις, μοιάζεις περισσότερο με κείνον παρά με τους άλλους. Γιατί μοιάζεις περισσότερο και με μένα. Είσαι απόκληρος όπως κι εμείς, αν και προσπάθησες σκληρά Χαγκάνο για το αντίθετο. Δεν αποκαλούν καν το όνομα του πατέρα σου, σε φωνάζουν Χαγκάνο του Ντρόνγκεν από τον τόπο που σε είδαν να έρχεσαι. Γιατί τους προστατεύεις λοιπόν; Εσύ και ο Ζίγκφριντ ψάχνατε το καταφύγιο στη Βουργουνδία, αλλά φαίνεται πως τελικά η χώρα δεν σας χωράει… Γι’ αυτό άσε όλα να τραβήξουν το δρόμο τους. Στο ζητώ και στο απαιτώ!»
«Μπορεί να πιστεύεις πως έχεις το όπλο της μοίρας στα χέρια σου» συνέχισε δείχνοντας την καλοκαμωμένη λόγχη που έσφιγγε εντονότερα στα χέρια του, «αλλά έχεις ζήσει τη διδασκαλία της μητέρας μας. Είμαστε οι ακόλουθοι αλλά και οι διαλεκτές της μοίρας μας».
«Ωστόσο γιατί νιώθω πως δεν ήμουν μόνο εγώ που βαστάω τη λόγχη» σκέφτηκε ο Χαγκάνο νιώθοντας έντονα επίσης εκείνη τη πονεμένα σοφή παρουσία ενός γέρου πατέρα κοντά του. Όπως μάλλον ήταν κι ο δικός του πατέρας κάποτε. «Γιατί εσύ επιλέγεις το μονοπάτι σου» ήρθε η απάντηση, «αλλά το χέρι μου είναι που θα κρατήσει τη λόγχη που μπορεί να σκοτώσει τα παιδιά μου».
«Χαγκάνο Ράγκανσον» ακούστηκε ξανά η φωνή της Μπρουνχίλδη αποκαλώντας τον αυτή τη φορά με το όνομα του πατέρα του. «Υποχώρησε. Είστε και οι δυο σαν αδέρφια μου, αλλά τον Ζίγκφριντ τον ένιωθα περισσότερο αδερφό μου παρά εσένα…»
Η Γκράνι της έκανε νόημα εκείνη τη στιγμή τραβώντας τα γκέμια που ήδη η Μπρουναχίλντ τα κρατούσε στα χέρια της κι έτσι ετοιμάστηκε ξανά να καβαλικέψει τη φοράδα. Ούτως ή άλλως ο Ζίγκφριντ μετά από όσα είπε στον Χαγκάνο κίνησε κι αυτός προς το δικό του άτι. Ήξερε με σιγουριά πως γυρνώντας θα έβλεπε ότι είχαν καβαλικέψει και οι δύο τα άλογα τους κι αυτός θα την κοιτούσε ακόμα. Αλλά το βλέμμα του θα ήταν αλλιώτικο, πιο ήρεμο, γεμάτο αγάπη…όπως και το δικό της! Λες να είχαν να καταφέρει να ξεπεράσουν επιτέλους τον πόνο τους; Και όχι μόνο…
Αλίμονο! Αντί γι’ αυτό άκουσε έντρομη ένα ουρλιαχτό πόνου να βγαίνει από τα χείλη του που σκοτείνιασε τα πάντα γύρω της! Και γύρισε γρηγορότερα το κεφάλι της από όσο περίμενε, όσο κι αν την τρόμαζε να δει αυτό που ήδη φοβόταν και πρωτύτερα! Ο Χαγκάνο, κατάκοπος μέσα από τη μοιραία αποφασιστικότητά του, είχε ήδη καρφώσει τη λόγχη στην άνω άκρη της σπονδυλικής στήλης, στο πίσω μέρος του λαιμού του Ζίγκφριντ. Ο Ζίγκφριντ είχε εμπιστοσύνη…και είχε την πλάτη του γυρισμένη γιατί ήθελε να την βλέπει ακόμα. Κι ο Χαγκάνο τον είχε πετύχει στο σημείο ακριβώς όπου μπορούσες να κάνεις ένα λύκο να σωριαστεί κάτω αβοήθητος και έρμαιο της δύναμής του.
«Όχι!!!» ούρλιαξε σαν τον είδε να πέφτει κάτω παραδίδοντας στη δύναμη που τον πίεζε με τη φόρα της λόγχινης αιχμής. «Όχι!»Έτρεξε αμέσως να τον τραβήξει πάνω της ενώ το αίμα του ξεχείλιζε στα ρούχα της, στη λάσπη και στο παχύ χορτάρι από κάτω τους. Τον κράτησε στην αγκαλιά της ενώ το κεφάλι του έγερνε προς τα πίσω κι από τα μάτια του έδειχνε να σβήνει η ανάσα του λύκου.
«Ζίγκφριντ, αγαπημένε μου! Μη φεύγεις! Συγκρατήσου! Όλα θα πάνε καλά, όλα μπορούν να πάνε καλύτερα!» προσπάθησε να τον σφίξει πάνω της χαϊδεύοντάς τα σκούρα μαλλιά του δίνοντας του όση δύναμη μπορούσε από μέσα της. «Μη με αφήνεις σε παρακαλώ ξανά Ζίγκφριντ! Δεν έλεγες πως αρκετά πια;»
Ύψωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Χαγκάνο που παρέμεινε ακόμα ασάλευτος αν και δεν μπόρεσε να αποφύγει το μοναδικό του καταρρακωμένο μάτι. Γύρω τους είχαν αρχίσει να τρέχουν και να μαζεύονται τα άλλα αδέρφια του Γκούντερ, ο Γκούντορμ και ο Γκίσελχαρ καθώς και οι πιο πιστοί τους άνδρες. Είδε ότι δεν ήταν τυχαίο τελικά που διάλεξαν να πάρουν μόνο αυτούς τους άνδρες!
«Γιατί το έκανες τελικά αυτό; Θες να μην αφήσεις τίποτα να μείνει;» του φώναξε με οργή. «Καταραμένος να ‘σαι! Σε είχα προειδοποιήσει! Πλησιάζει κι εσένα ο θάνατός σου! Για σένα κι όλο το σόι σου!»
Η κοφτή βαριά ανάσα και το σφίξιμο του χεριού του Ζίγκφριντ πάνω στο μπράτσο της την επανέφεραν από το όραμα οργής και εκδίκησης στο να ελέγξει την κατάσταση του αγαπημένου της. Προσπάθησε να τον παρηγορήσει. «Μη Ζίγκφριντ, δεν ήταν δυνατό το χτύπημα, έχεις αντέξει και χειρότερα. Μη μιλάς, κράτα τις δυνάμεις για τον εαυτό σου. Θα σε πάρω από δω μαζί μου, δεν θα τολμήσουν άλλο, ούτε ο ίδιος ο Γκούντοχαρ. Θα σε κάνω καλά!»
Η ψυχή του όμως ήδη άρχιζε να χωρίζεται από το σώμα του και τα δυο κοράκια που παραμόνευαν εκεί κοντά πέταξαν με αλαλαγμούς διαγράφοντας απελπισμένους γύρους από πάνω τους. Μέσα από τα μάτια του που την κοιτούσαν ακόμη είδε να περνούνε όλες οι ζωές του, όχι μόνο τούτη η ζωή αλλά και όλες οι άλλες που πρωτύτερα είχε ζήσει. Μπορούσε να τον δει, μπορούσε να τον νιώσει! Μπορούσε να δει και τον εαυτό της στα μάτια του! Να δει κι όσα δεν είχε η ίδια κατανοήσει ως τώρα!
Τρεις ενσαρκώσεις είχαν περάσει σε παρόμοια κατάσταση κι αυτή ήταν η τρίτη! Αυτός έπρεπε να αποδείξει τον εαυτό του κι αυτή ήταν η Βαλκυρία σύντροφός του. Τελευταία φορά είχε έρθει με τη μορφή του αδερφού του Χέλγκι που είχε πεθάνει 4 καλοκαίρια πριν γεννηθεί ξανά κι αυτή είχε φτάσει σε μεγαλύτερες δυνάμεις ως η Βαλκυρία Σιγκρούνα. Κι ακόμη το μάθημα που έπρεπε να διδαχτούν φαίνεται πως δεν το έχουν πάρει. Και τώρα είχαν φτάσει στην τρίτη ενσάρκωση και ξανά τα ίδια. Πρέπει να επανασαρκωθούνε; Ως πότε; Ως πότε πια;
Παρά την αποκάλυψη αυτή που την τάραξε ακόμα περισσότερο ως τα βάθη της ψυχής της, το βλέμμα του γινόταν όλο και πιο ήρεμο. Κι από μακριά, ακόμα κι αν δεν είχε βραδιάσει εντελώς, ακούγονταν σαν μακρόσυρτα τα ουρλιαχτά των λύκων, διάσπαρτα λες και προέρχονταν από διαφορετικές αγέλες απλωμένες σε όλα τα σύνορα του ορίζοντα. Μπορούσε να δει πως δεν ήταν μόνο η ιδέα της ή ο πόνος της καθώς ένιωσε και τους άνδρες που παρακολουθούσαν τη σκηνή να τρομάζουν ακούγοντας τους ίδιους ακριβώς αλαλαγμούς.
Ο Ζίγκφριντ ωστόσο χαμογέλασε στο κάλεσμα τους και της ψιθύρισε: «Όχι Μπρουναχίλντ, όχι πια αγαπημένη μου. Πρέπει να αφεθώ, το ζητώ πια και φεύγω ευτυχισμένος εδώ στα χέρια σου. Μπρουναχίλντ το ίδιο ευτυχισμένος ήμουν όταν σε κρατούσα στα χέρια μου ανάμεσα στις φλόγες. Κουράστηκα να πολεμάω, έφερε και η μοίρα να με χτυπήσουν στο πιο αδύναμο σημείο μου. Οι μέρες μου σαν ήρωας ολοκληρώθηκαν.»
«Όχι Ζίγκφριντ, δεν μπορείς να μιλάς έτσι!» τον ικέτεψε. «Που είναι εκείνο το αγόρι που έτριβε το κεφάλι του στα γόνατα μου και με ρωτούσε: Τι είναι σημαντικό; Τι χρειάζεται κάποιος για να γίνει ήρωας; Μην το κάνεις! Μην τους κάνεις τη χάρη! Μη φεύγεις!» συνέχιζε να τον ταρακουνάει. «Ήμουν πεισματάρα και ξεροκέφαλη. Δεν είχα καταλάβει πως το μίσος που ένιωθα για σένα ήταν βαθύτερο, από το γεγονός ότι δεν σε ένιωθα κοντά μου όποτε σε χρειαζόμουν. Ήσουν το μόνο άτομο που με ήξερε καλύτερα, που ένιωθα πιο κοντά μου, που μπορούσε να με εξοργίσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Είσαι ο φίλος μου, ο εχθρός μου, ο σύντροφός μου… μη με αφήνεις… »
«Ζιγκντρίφα» την αποκάλεσε με το μυστικό της πολεμικό όνομα. «Μπρενχουάλντα» είπε στη συνέχεια, το όνομα της σαν αρχηγός των Βαλ Κύρη. «Πολεμίστρια ως το τέλος…Αγαπημένη μου χαίρομαι που τα θυμήθηκες όλα, περνάνε σαν σκιές μπρος από τα μάτια μου. Όλα αυτά που ζήσαμε...Ξέρω πάντοτε αναζητούσα περισσότερο από όλα την αλήθεια. Τη νίκη που έφερνε η αλήθεια. Δεν με ένοιαζαν οι ηρωικές πράξεις ή να μη νιώθω φόβο, αλλά η αλήθεια, ο λόγος που κρυβόταν πίσω από όλα αυτά. Πίσω από το χαμό των γονιών μου, του Ράγκαν που με μεγάλωσε σαν θετός πατέρας, πίσω από τη μίζερη μου ύπαρξη σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι ο Χαγκάνο με χτύπησε τελικά με τη λόγχη του Ράγκαν. Μη με διακόπτεις Μπρουναχίλντ, άσε με να μιλήσω όσο έχω ακόμα τις δυνάμεις μου, ξέρω ότι εσύ μπορείς να με καταλάβεις. Πίστευα ανέκαθεν ότι αν γινόμουν παράτολμος και δεν φοβόμουν να δράξω ή να ανακαλύπτω συνεχώς καινούρια πράγματα, θα έβρισκα το λόγο για αυτά, την αλήθεια τους. Ε, όταν τη βρήκα να κοιμάται σ’ αυτόν τον βράχο περιτριγυρισμένη από τον πύρινο κύκλο που όταν καν φοβήθηκα να διαπεράσω, ε τότε σαν μπορούσα να την αντικρύσω επιτέλους, φοβήθηκα! Τρόμαξα. Πρόδωσα τη ψυχή μου και δεν έκανα αυτό που κατά βάθος ήθελε. Και με αυτή πρόδωσα κι άλλους. Όταν έμαθα να αποδέχομαι και να ελέγχω τον φόβο μου, ήθελα να δοκιμάσω μήπως μπορούσα να σε ξανακερδίσω. Εσύ όμως είχες ξεχάσει. Είχες προσκολληθεί επίσης αλλού. Και στην προσπάθεια μου αυτή πρόδωσα κι άλλους που δέθηκαν μαζί μας. Και τους συγχωρώ και τώρα. Αυτό βαρέθηκα Μπρουναχίλντ, γι’ αυτό θέλω να κερδίσω μια άλλη ευκαιρία να τα ξανακάνω όλα από την αρχή, κι αν αυτή είναι η αρχή, γλυκύς ο θάνατός μου μέσα στην αγκαλιά σου. Πιστεύω θα ξαναβρεθούμε Μπρουναχίλντ, κι αυτή τη φορά θα μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα…και να ‘μαστε μαζί …»
Είχε αντέξει αρκετά πολύ για να τα εκμυστηρευτεί όλα αυτά και ο Χαγκάνο τον κοίταζε λες και ήταν έτοιμος να σηκωθεί ξανά και να τα βάλει μαζί του. Όμως εξέλαβε μόνο το γαλήνιο βλέμμα του Ζίγκφριντ. Κι η Μπρουναχίλντ που ακόμα έλπιζε πως θα μπορούσε να σηκωθεί είδε τα μάτια του να κλείνουν και το σφίξιμο των χεριών του να χαλαρώνει.
«Περίμενε Ζίγκφριντ! Που πας; Γιατί δεν μπορούμε να τελειώσουμε με τις ενσαρκώσεις; Σε καλεί κοντά του; Στην αίθουσά του με τους άλλους ήρωες; Στη Βαλχάλλα, στον τόπο που έφτιαξε ο ίδιος ο Όντιν; Πες μου!» τον ταρακούνησε ακόμα μια φορά δυνατά.
«Ζιγκντρίφα, μην κλαις. Θα κλάψεις όσο μπορείς μετά. Τώρα φίλησέ με όσο ήθελες ποτέ άλλοτε. Ναι έλα, μη στενοχωριέσαι, ησύχασε αγαπημένη μου. Μ’ αρέσει που βλέπω την αλήθεια…τη βλέπω επιτέλους. Βλέπω και τη Θεά…»
«Τη Θεά;» ανασηκώθηκε η Μπρουνχίλδη με έκπληξη ενώ απορούσε πως μπορούσαν να κυλούν τόσα δάκρυα και να είναι τόσο υγρά τα φιλιά τους. «Τη Μεγάλη Μητέρα;»
«Ναι τη Μητέρα όλων των Πάντων. Αυτή που νοιάζεται πάντα για τα παιδιά της. Δεν έχει φύγει ποτέ από κοντά μας. Κι ο Θεός πίσω με καλεί να ανέβω. Ναι μου δείχνει την κρυφή αλήθεια, μου δίνει την ευκαιρία…η Θεά με προστάζει να πάω κοντά της…κι έχει το πρόσωπό σου Μπρουναχίλντ…»
Τα μάτια του λύκου έσβησαν και το κεφάλι του έγειρε από το χαμένο βάρος προς κάτω. Από πάνω του το κοράκι ακόμα χτυπούσε τις φτερούγες του με άπειρη λύπη, σημαδεύοντας την είσοδό του στον άλλο κόσμο. Κι έβγαλε ένα σπαραγμό που όμοιο του δεν ακούστηκε, κάνοντας γνωστό σε όλη την πλάση τη μεγάλη αποχώρηση. Και κοίταξε με πόνο προς τα πάνω το χρυσό σχήμα λύκου που πήρε η ανάλαφρη ψυχή του που αναδυόταν, ψάχνοντας και η ίδια για τον τρόπο που θα μπορούσε να τον καθοδηγήσει, όπως είχε κάνει για τόσους και τόσους ήρωες πριν, όπως κάνει μια Επιλογέας.



Έμεινε για κάμποση ώρα σ’ αυτή τη θέση, βυθισμένη ή χαμένη σε άγνωστα μονοπάτια. Κι όταν επανήλθε, ακόμα πιο πολύ μουδιασμένη, άρχισε να δίνει και περισσότερη προσοχή προς τους παρευρισκόμενους και τα συμβάντα που έτρεχαν γύρω της.
Άκουσε τη φωνή του Γκούντορμ και των άλλων ανδρών που έλεγαν τρομαγμένοι για την ομίχλη με τη λυκίσια μορφή που φάνηκε πως είδαν. Την ακόμα πιο μελαγχολική φωνή του νεαρού Γκίσελχαρ να αναρωτιέται: «Τι κάναμε; Τι κάναμε τελικά; Από ανάγκη ή από απληστία;»
Από όλα όμως ήταν η χωρίς ψυχή φωνή του Χαγκάνο που είπε, λες και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τη μοίρα του, αυτό που την επανέφερε ακαριαία. «Τελικά μάλλον εγώ κέρδισα το βραβείο της μέρας για το καλύτερο και ευγενέστερο θήραμα του κυνηγιού…».
Αμέσως η γνώριμη οργισμένη μάνητα την κυρίευσε και την άφησε να το κάνει, ήταν προτιμότερη από το βαθύ πόνο της απώλειας που ένιωθε. Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του με τραβηγμένα χαρακτηριστικά και μάτια που βλέπανε μέσα από ένα άλλο παραπέτασμα που δεν ήταν δικό της.
«Χαγκάνο Ράγκανσον! Έλα να με αντιμετωπίσεις τώρα! Ξέρεις τι έκανες; Κάτι μου λέει πως ξέρεις και δε ξέρεις!»
«Ναι ξέρω και δεν ξέρω» της απάντησε με την ίδια σταθερή χαμηλόφωνη φωνή. «Δεν υπήρχε γυρισμός.»
«Δεν άφησες κανένα γυρισμό! Για κανέναν από μας! Δεν έχω καταλάβει ακόμα καν για ποιον ή για τι ακριβώς το έκανες! Κατά πόσο όλα θα γίνουν τα ίδια ή καλύτερα για τον καθένα από μας; Τράβηξες το νήμα της μοίρας ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο! Ούτε η Σκούλντ, η Άτροπος Μοίρα να ήσουν! Ούτε καν τη μητέρα μου, την Έρντα της Γης, που σε μεγάλωσε μπορώ να σκεφτώ! Δεν άφησες τίποτα! Στο τέλος κανείς μας να μην πάρει και να βρει!»
Τον πλησίαζε όλο και περισσότερο και ο Χαγκάνο ήξερε, ακόμα και πριν δει την παραφροσύνη των Βαλ Κύρη να κυριεύει τα δακρυσμένα μάτια της, πως τον πλησίαζε με τη μορφή της Μέγαιρας-Θάνατος.
Έβγαλε σταθερά το σπαθί του καθώς ανακίνησε κι εκείνη το δικό της. Ότι ήταν ας γινόταν. Γύρω τους οι άντρες παρατάχθηκαν ξαφνιασμένοι πάλι για την έκβαση που πήρε η κατάσταση. «Τώρα πως θα το εξηγήσουμε αυτό στον Γκούντερ;» αναρωτήθηκε ο Γκούντορμ. «Μήπως πρέπει να τους σταματήσουμε;» ρώτησε ο Γκίσελχαρ. «Όλοι ξέραμε τι μπορούσε να γίνει σήμερα, αλλά…»
«Δεν μπορούμε», ξανάπε ο Γκούντορμ. «Ο Χαγκάνο προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τη Μπρουνχίλδη να πάρει την εκδίκησή της…και πήγαν όλα έτσι άσχημα…και είναι κάτι μεταξύ τους τώρα…» Αυτός και οι άντρες του κοιτούσαν, καθόλου χαρούμενοι με το συμβάν που επόταν μπρος στα μάτια τους, αλλά περίεργοι για το ποιος θα μπορούσε να βγει νικητής από αυτή τη μονομαχία. Η μικροκαμωμένη σε σχέση με τον Χαγκάνο αλλά μανιασμένη Ούνισσα των Βαλ Κύρη ή ο καλύτερος μετά τον Ζίγκφριντ μαχητής που είχε προετοιμαστεί για αυτό αλλά με άλλον στη θέση της ετεροθαλής αδερφής του;»
Ο Χαγκάνο άρχισε να παίρνει τη μάχη πιο σοβαρά τώρα και οι επιθέσεις και τα χτυπήματά του γίνονταν δυνατότερα. Η Μπρουνχίλδη τον τσιγκλούσε κι αυτή λες και ήθελε να τον προκαλέσει να βάλει όλη τη δύναμή του. «Άθλιε, προδότη!» τον αποκαλούσε. «Νομίζεις τώρα υπάρχει θέση στη Βουργουνδία για σένα; Να ανακτήσει ο μαχητής την πρωτιά του; Μπας και κερδίσει την κυρά της καρδιάς του; Θα σε θέλει τώρα που σκότωσες τον άντρα που αγαπούσε; Σε ήθελε αλήθεια ποτέ πριν χάσεις το καλό σου μάτι; Ή νομίζεις πως φέρνεις έτσι, με το μόνο μάτι, στον Όντιν ενώ είσαι απλά ένα ταπεινό υποχείριο;»
Το τελευταίο φάνηκε να ήταν αυτό που τον πείραξε περισσότερο. «Τρελή, μανιασμένη! Ήθελες την εκδίκησή σου! Σε άκουσα! Και είπα πως θα σε βοηθήσω! Όταν ούτε κι εσύ η ίδια ήξερες καν τι ήθελες! Ούτε ποιον άντρα από τους δύο προτιμούσες! Έβλεπες μόνο τη προδοσία που ανακάλυψες πως σου είχε συμβεί ενώ βεβήλωνες την κλίνη του άντρα σου με τον Ζίγκφριντ κι άφηνες τον Ζίγκφριντ για να γυρίσεις στον άντρα σου, πόρνη…!»
Παρά τα σκληρά του λόγια, οι ολοένα πιο αφηνιασμένες επιθέσεις του Χαγκάνο φαίνεται πως έφεραν το αποτέλεσμα που γύρευε η Μπρουναχίλντ. Σαν να βρήκε την τρέλα που επιθυμούσε, ο Χαγκάνο πήρε φόρα για να της επιτεθεί με όλο το βάρος του από πάνω της. Εκείνη όμως σαν είδε την ευκαιρία που μόλις παρουσιάστηκε και χρησιμοποιώντας τη λιγότερη μυϊκή μάζα της σαν πλεονέκτημα, γύρισε με μια γρήγορη στροφή και κατευθείαν σημάδεψε τον Χαγκάνο από τα πλάγια, ρίχνοντας προς τα πίσω το ξίφος της και πετυχαίνοντάς τον έτσι στα πλευρά του. Το μάτι του την κοίταξε με έκπληξη σαν να μην περίμενε μια τέτοια τακτική αλλά με παραίτηση σωριάστηκε κρατώντας τα ματωμένα πλευρά του. Οι σπασμωδικές κινήσεις του που διέγραψε το σώμα του έδωσαν γρήγορα τη θέση τους σε πιο ήρεμες λες και άφησε τον εαυτό του να ακολουθήσει το δρόμο του κάτω από την άγρυπνη αλλά υγρή ματιά της Βαλκυρίας Μπρουνχίλδη.
Και με αυτόν πέθανε ο τελευταίος από τη Φυλή της Γης που ήξερε πως είχε απομείνει σ’ αυτόν τον κόσμο. Οι απώλειες γίνονταν μεγαλύτερες και δεν θα σταματούσαν. Η Μπρουναχίλντ παρέμεινε ασάλευτη προσπαθώντας απλά να μη σωριαστεί κάτω γιατί αν το έκανε, δεν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να ξανασηκωθεί πια. Γύρω της οι άντρες κινούνταν βιαστικά κάνοντας ο καθένας ότι μπορούσε και κανείς δεν την άγγιζε, αλλά εκείνη ήταν μόνη της πια, ολομόναχη. Είχε δει τη λάμψη να βγαίνει από το στήθος του Χαγκάνο νωρίτερα. Κι αντί απλά να τον σημαδέψει με τη λόγχη της, τον βοήθησε με το ξίφος της να την ακολουθήσει. Έτσι πρέπει να ένιωθε ο Ζίγκφριντ, ο Δρακοεξολοθρευτής, όταν μετά αναγκάστηκε να σκοτώσει και τον Ραγκάνο της Γης, τον μόνο πατέρα που γνώριζε και που τον είχε αναθρέψει. Τον Ράγκαν, τον πατέρα του Χαγκάνο. Όλα μπλέκονται τέλεια. Και περιπλέκονται λες και κανείς δεν μπορούσε να τα ξεμπλέξει όσο ήταν ακόμα παγιδευμένος στον φαύλο κύκλο τους.
Ένιωθε τον εαυτό της ακόμη πιο βαρύ και για μια στιγμή σκέφτηκε να αφεθεί κι εκείνη επιτέλους. Ξάφνου ανάμεσα στις ανδρικές φωνές άκουσε και γυναικείες που φαίνονταν πως απευθύνονταν προς εκείνην. Η Φραγιάντις με τρεις ακόμα των Βαλ Κύρη έτρεχαν προς το μέρος της. Δεν την είχαν εγκαταλείψει εντελώς. Ένιωσε μια μικρή ευγνωμοσύνη που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή όταν ένιωθε πως κι ακόμα και οι Θεοί την είχαν εγκαταλείψει. Είχε και την κόρη της να σκεφτεί, μπόρεσε να βάλει αγάπη σ’ αυτήν τη σκέψη. Τη Φέρενιουγκ, τη μικρή ‘αιώνια φωτιά’. Όμως μεγάλωνε ήδη μακριά από κείνη και η Μπέρτριουντ, η αδερφή της, μια και που δεν είχε παιδιά, ήδη τη θεωρούσε κόρη της. Εκείνη ήταν που την αποκάλεσε Άσλιουντ λες και ήταν η μόνη ελπίδα που έδιναν οι Θεοί. Αλλά αυτό που έλπιζε περισσότερο η Μπρουναχίλντ ήταν να ζήσει η κόρη της πιο ελεύθερη κι από κείνη.
Όχι ο κύκλος δεν έκλεινε ακόμα. Κι ως πότε θα μεταφέρνανε τα αμαρτήματα στα παιδιά τους; Υπήρχε και ο Ζίγκμουντ, ο μικρός γιος του Ζίγκφριντ, αν και παιδαρέλι ακόμα. Ωστόσο ο Σβέναρ, ο έφηβος γιος του Χαγκάνο μάλλον δεν θα το άφηνε έτσι εύκολα, όπως δεν είχαν αφήσει εύκολα τον Ζίγκφριντ, όταν ήταν ακόμα παιδί ,οι εχθροί του πατέρα του. Κι ας μην είχε προλάβει να γνωρίσει τον πατέρα του. Κι η Γκουντρούν…θα ήθελε κι αυτή να πάρει την εκδίκησή της που τα αδέρφια της σκότωσαν τον σύζυγό της; Όχι το κουβάρι δεν ξεμπερδευόταν κι ο κύκλος δεν έλεγε να κλείσει. Κι αυτό ήταν που έκανε τους βάρδους να τραγουδάνε εις τους αιώνες των αιώνων, μην αφήνοντας να ξεχαστεί τίποτα, αλλά εκείνη ήταν κουρασμένη πια…πολύ κουρασμένη…
«Φραγιάντις», ψιθύρισε προς τη συντρόφισσα που την πλησίαζε να τη στηρίξει. «Φραγιάντις, “δότη της ελευθερίας”, δως μου την ελευθερία που επιτέλους αποζητώ…»